Για την Αρλέτα...

Αν υπήρχαν ποτέ εθνικοί θησαυροί στην Ελλάδα, η Αρλέτα είναι ένας απ’ αυτούς.

Για την Αρλέτα...

Αν υπήρχαν ποτέ εθνικοί θησαυροί στην Ελλάδα, η Αρλέτα είναι ένας απ’ αυτούς.

Όλα εμείς τα μαλακισμένα πλάσματα που εγκαταλείψαμε την παιδική ηλικία στη δεκαετία του εβδομήντα, στον Σαββόπουλο βρήκαμε καταφύγιο και στην Αρλέτα. Ο Θεοδωράκης παραήταν συγκλονιστικός για τα γούστα μας, ο Χατζιδάκις παραήταν ευαίσθητος, ο Ξαρχάκος δεν μας ζαχάρωνε και τα ρεμπέτικα δεν μας πλήγωναν αρκετά. Είχαμε και το ροκ, δεν λέω, αλλά θέλαμε και κάτι στη γλώσσα τη δική μας για να μας ανάψει την μέσα φωτιά. Να μας λαμπαδιάσει. Κι αν ο Διονύσης το έκανε μ’ ένα ταρατατζούμ, η Αρλέτα το έκανε μ’ έναν ψίθυρο.

Δεν θυμάμαι αν το πρώτο τραγούδι της που άκουσα στο κασετόφωνο ήταν το «Κράτησέ με» ή τα «Μικρά παιδιά». Δεν το θυμάμαι, αλλά και δεν λησμονώ ότι έμοιαζε σαν να έσκασε μπόμπα στο ηχείο. Γιατί δεν το πίστευα πως ένας άνθρωπος μπορούσε να σημαδεύει το στήθος σου δίχως να κραυγάζει, δίχως να ρητορεύει, δίχως να βουρλίζεται. Μεταπολίτευση γαρ, ήταν απολύτως απαραίτητο τα συναισθήματα να προβάλλονται σαν παράσημα στο μανίκι. Για να μην πω στο κούτελο, για να τα βλέπουν άπαντες. Η Αρλέτα όμως είχε διαλέξει τη χαμηλή φωνή και τη χαμηλή σκοπιά για να πει τα δικά της.

 
Ένα ταξίδι ήταν κι αυτό, με ένα βαρκάκι. Μια διαδρομή προς το άγνωστό, προς την ελπίδα. Μια ατομική περιπέτεια, δίχως προσδοκίες για δικαίωση, δίχως φανφάρες και ύμνους. Φυσάει το αγέρι και σε πάει μακριά και δεν φοβάσαι μην χαθείς γιατί σε οδηγούν τα αστέρια που λάμπουν στα μάτια σου. Σε οδηγεί η φωνή της Αρλέτας, το βαρύ μέταλλο ενός απόλυτου αλλά όχι αβάσταχτου ρομαντισμού. Άνευ κλάψας και μίρλας που τόσο ταιριάζουν στην μεσογειακή ιδιοσυγκρασία μας. Ακροβατώντας ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες του λαϊκού και του έντεχνου, που απειλούν να σε συνθλίψουν ανά πάσα στιγμή.

Η Αρλέτα δεν ασχολήθηκε με αυτά τα διλήμματα. Τα υπερέβη με ευκολία μοναδική, με ευκολία που πήγαζε από μέσα της. Δίνοντας νόημα σε νότες και στίχους, που χωρίς την ερμηνεία της θα μοιάζανε έως ασήμαντοι. Και είχε την ευτυχία να γνωρίσει μια δεύτερη άνθιση στην καριέρα της μετά από μια σειρά άγονων χρόνων. Λες και της το χρώσταγε η μοίρα, για να της ξεπληρώσει κάποια παλιά χρέη. Για να υπερκαλύψει την περιφρόνηση κάποιων ηλιθίων που είχαν βιαστεί να την στείλουν πρόωρα στον τάφο. Συμβαίνουν κι αυτά στο μπουρδελάκι που ονομάζεται Ελλάς, αλλά δόξα τω Θεώ η Αρλέτα τα έπαιρνε πάντοτε στην πλάκα. Γιατί ήταν παιδί του μπετόν και κατανοούσε τη σκληρότητα του κόσμου. Γνώριζε επίσης πολύ καλά πως όταν η ζωή δεν παίρνει στα σοβαρά εσένα, δεν οφείλεις κι εσύ να παίρνεις στα σοβαρά την πάρτη της. Το ήξερε, το καταλάβαινε και το έλεγε ως την τελευταία της πνοή. Αυτή την πνοή που φύσηξε μέσα σε όλους μας και όλες μας, στέλνοντας ύστατο αποχαιρετισμό. Και μόνο που παίξανε τα γαμημένα τα ραδιόφωνα τα τραγούδια της επί ένα εικοσιτετράωρο, ήταν αρκετό να μας σηκώσει ένα χιλιόμετρο πάνω απ’ τα σκατά.  

Σκίτσο του Σταύρου Κιουτσιούκη

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα