Από το κράτημα της κιθάρας στο κράτημα της εργαλειοθήκης και πάλι πίσω. Από την αυτοματοποιημένη κίνηση της σπάτουλας στη λεπτή, σπειροειδή κίνηση των κλειδιών. Από το βάρος στα γόνατα, στην ορθοστασία του μουσικού πάνω στη σκηνή. Από την ανωνυμία και την «κανονικότητα», στην ξαφνική προβολή και την αποθέωση. Η ζωή του Sixto Rodriguez που πέθανε χθες (09/8) σε ηλικία 81 ετών, μοιάζει κυριολεκτικά με ταινία και θέμα της είναι η καλά κρυμμένη υπομονή ενός ανθρώπου που εξαντλείται, αλλά παίρνει, τελικά, αυτό που του αξίζει: την αναγνώριση.

Οι παράλληλες, άγνωστες για τον ίδιο, ζωές του Sixto Diaz Rodriguez

Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής

Το 1967, χρησιμοποιώντας το όνομα «Rod Riguez» (του δόθηκε από τη δισκογραφική του εταιρεία), κυκλοφόρησε ένα single, το «I’ll Slip Away», από την μικροσκοπική Impact. Έπρεπε να περιμένει τρία χρόνια για να μπει ξανά στο στούντιο, μέχρι που υπέγραψε με την Sussex Records, θυγατρική της Buddah Records. Μετά από αυτό, χρησιμοποίησε το όνομα που εκείνος ήθελε: «Rodriguez». Ηχογράφησε δύο άλμπουμ με τη Sussex, το «Cold Fact» το 1970 και το «Coming from Reality» το 1971. Ωστόσο, και οι δύο δουλειές πούλησαν ελάχιστα αντίτυπα στις ΗΠΑ, με τη Sussex, η οποία έκλεισε το 1975, να τον βάζει στο συρτάρι.

Ο Rodriguez έπαψε να ασχολείται με τη μουσική και το 1976 αγόρασε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στο Ντιτρόιτ σε κρατικό πλειστηριασμό για 50 δολάρια. Έκανε διάφορες δουλειές, κυρίως εργάστηκε ως οικοδόμος, κερδίζοντας ελάχιστα χρήματα ενώ ήταν πολιτικά ενεργός με στόχο να βελτιώσει τη ζωή των κατοίκων της εργατικής τάξης της πόλης του. Στα περισσότερα κομμάτια του, άλλωστε, ασχολείται με το «inner city», δηλαδή της υποβαθμισμένες, φτωχές γειτονιές του Ντιτρόιτ.

Αυστραλία

Οι κόπιες του «Cold Fact», λίγες στον αριθμό, έφτασαν στην Αυστραλία το 1970. Μία από αυτές βρέθηκε στα χέρια του ραδιοφωνικού παραγωγού DJ Holger Brockman, ο οποίος άρχισε να παίζει το «Sugar Man» (την μεγαλύτερη επιτυχία του) στο ραδιόφωνο 2SM του Σίδνεϊ. Την ίδια στιγμή, τα δισκοπωλεία άρχισαν να πωλούν το «Cold Fact» για πάνω από 300 δολάρια με την δικογραφική εταιρεία Blue Goose Records να αγοράζει τα δικαιώματα και κυκλοφορεί τον δίσκο σε όλη την ήπειρο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, Αυστραλοί διοργανωτές συναυλιών εντόπισαν τον Rodriguez στο Ντιτρόιτ και τον έπεισαν να ταξιδέψει με τις δύο έφηβες κόρες του στη χώρα τους για μια περιοδεία 15 ημερών στις αρχές του 1979. «Ήταν απλά έκπληκτος από αυτό που του ετοιμάσαμε», δήλωσε τότε στο Billboard ο διοργανωτής Michael Coppel. «Δεν είχε παίξει ποτέ σε συναυλία, μόνο σε μπαρ και κλαμπ». Ο Sixto,τελικά, έπαιξε μπροστά σε 15.000 άτομα στο Σίδνεϊ, σχεδόν όσο κόσμο είχε προσελκύσει και ο Rod Stewart λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Όταν επέστρεψε στη σκηνή για το encore στην πρώτη του συναυλία στο Σίδνεϊ, μουρμούρισε προς το κοινό του: «Οκτώ χρόνια μετά και συμβαίνει αυτό. Δεν το πιστεύω».

Ένα live άλμπουμ από την περιοδεία κυκλοφόρησε το 1981 και, περίπου την ίδια εποχή, επέστρεψε για μια δεύτερη περιοδεία. «Νόμιζα ότι ήταν το αποκορύφωμα της καριέρας μου. Είχα πετύχει αυτή την επική αποστολή. Μετά από αυτό δεν συνέβησαν και πολλά πράγματα. Ούτε τηλεφωνήματα ούτε τίποτα άλλο».

Νότια Αφρική

Το «At His Best», ένα compilation άλμπουμ, έγινε πλατινένιο στη Νότια Αφρική. Με πολλά από τα τραγούδια του να είναι κατά του κατεστημένου και με την διαμαρτυρία κατά του απαρτχάιντ να κορυφώνεται, η μουσική του έγινε σημαία μια μια ολόκληρη γενιά που επιστρατεύτηκε, ως επί το πλείστον χωρίς τη θέλησή της, στον τότε αποκλειστικά για λευκούς στρατό της Νότιας Αφρικής. Το 1991 και τα δύο άλμπουμ του κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά σε CD, κάτι που συνέβαλε στη διατήρηση του μύθου του.

Παρά την επιτυχία του, η φήμη που είχε αποκτήσει στη Νότια Αφρική παρέμενε άγνωστη στον ίδιο μέχρι το 1997, όταν και η κόρη του, Eva, εντόπισε ιστοσελίδες αφιερωμένες στον πατέρα της (θα γινόταν επίσης διάσημος σε μέρη όπως η Μποτσουάνα, η Νέα Ζηλανδία και η Ζιμπάμπουε). Οι συγκεκριμένες ιστοσελίδες, όμως, υποστήριζαν ότι αυτοπυροβολήθηκε στη σκηνή ή ότι πήρε υπερβολική δόση ηρωίνης. Μόλις ο Rodriguez διευκρίνισε ότι ήταν ακόμα ζωντανός, η καριέρα του -μαντέψτε- πήρε τα πάνω της με την επανακυκλοφορία των άλμπουμ του και έναν νέο γύρο περιοδειών.

Searching for Sugar Man

Το 2012, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Sandance έγινε η πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ «Searching for Sugar Man», του Σουηδού σκηνοθέτη Malik Bendjelloul. Σε αυτό, βλέπουμε τις προσπάθειες δύο Νοτιοαφρικανών θαυμαστών να δουν αν ο φημολογούμενος θάνατος του Rodriguez ήταν αληθινός και, αν όχι, να ανακαλύψουν τι ακριβώς συνέβη. Στις 13 Ιανουαρίου 2013, το «Searching for Sugar Man» ήταν υποψήφιο και στις 24 Φεβρουαρίου 2013 κέρδισε το βραβείο Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ στα 85α βραβεία Όσκαρ.

Μετά την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ στους κινηματογράφους, o Rodriguez έγινε διάσημος, αν και ο ίδιος δεν ένιωσε ποτέ του έτσι. Εμφανίστηκε στο Late Show του David Letterman, στο The Tonight Show του Jay Leno, το CNN έκανε ολόκληρο αφιέρωμα για τη ζωή του, εμφανίστηκε στο «60 Minutes» και, το κυριότερο, τα τραγούδια του ακούστηκαν σε όλο τον κόσμο.

Με πληροφορίες από Rolling Stone, Wikipedia, All Music