Συγκάλυψη χωρίς τέλος. Δυο χρόνια μετά, η κυβέρνηση συνεχίζει να παίζει το ίδιο κουρασμένο έργο: “δεν φταίμε”, “φταίνε όλοι”, “φταίνε οι άλλοι”, “ας προχωρήσουμε”. Ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός έχει επιστρατευτεί για να ξεπλύνει την πιο καθαρή υπόθεση εγκληματικής αδιαφορίας που έχουμε δει εδώ και δεκαετίες. Αλλά δεν θα τους περάσει. Όχι τόσο εύκολα.
Ψέμα #1: “Δεν υπήρχε τηλεδιοίκηση”
Ας ξεκινήσουμε από την πιο βασική, καραμπινάτη, με κεφαλαία γράμματα ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ που ακούσαμε: “Η τηλεδιοίκηση δεν λειτουργούσε εδώ και χρόνια”.
Μόνο που… υπήρχε. Και μάλιστα λειτουργούσε κανονικά στη Λάρισα μέχρι την τελευταία στιγμή.
Πώς το ξέρουμε; Γιατί το είπε το ίδιο το επίσημο κρατικό πόρισμα. Και γιατί ένας σταθμάρχης (που προφανώς δεν ήταν της κυβέρνησης) την είχε χρησιμοποιήσει μόλις λίγες ώρες πριν το δυστύχημα για να αλλάξει γραμμές σε άλλο τρένο.
Και πού είναι τώρα αυτό το σύστημα; Κατεστραμμένο.
Όχι από φυσική φθορά, όχι επειδή “ήταν ανενεργό εδώ και χρόνια”, αλλά επειδή κάποιοι φρόντισαν να το εξαφανίσουν μέσα στις ώρες που ακολούθησαν το δυστύχημα.
Ναι, καλά διάβασες. Τα αποδεικτικά στοιχεία καταστράφηκαν μέσα στο χάος. Κι αντί να ψάχνουμε ποιος το έκανε, μας έπρηξαν με debates για το αν “η οργή είναι θεμιτή”.

Ψέμα #2: “Φταίει ο σταθμάρχης”
Ναι, ο σταθμάρχης έκανε λάθος.
Αλλά ξέρεις τι άλλο φταίει; Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος μπορούσε να στείλει δύο τρένα το ένα πάνω στο άλλο, μόνο με το χέρι.
Ας το πούμε αλλιώς: Αν αφήσεις έναν 20χρονο που μόλις πήρε δίπλωμα να οδηγήσει ένα λεωφορείο με 500 επιβάτες, ποιος φταίει; Αυτός που θα στουκάρει ή αυτοί που τον έβαλαν εκεί χωρίς εκπαίδευση, χωρίς έλεγχο, χωρίς δεύτερο άτομο να τον επιβλέπει;
Γιατί στην περίπτωση των Τεμπών, ο άνθρωπος που “έκανε το λάθος” ήταν μόνος του, με ελάχιστη εμπειρία, σε ένα πόστο όπου ΚΑΝΟΝΙΚΑ έπρεπε να υπάρχουν τρεις σταθμάρχες.
Αλλά ξέρεις τι φταίει πραγματικά; Το γεγονός ότι είχαμε ένα χειροκίνητο σύστημα του 1960 ενώ υπήρχαν λεφτά για αυτοματοποιημένο. Τα λεφτά που δόθηκαν, οι συμβάσεις που πληρώθηκαν, οι εργολαβίες που κατέληξαν να τρώνε σκόνη στα συρτάρια.

Ψέμα #3: “Οι συγγενείς των θυμάτων δεν ζητούν εκδίκηση”
Αυτό είναι το πιο ύπουλο ψέμα. Το πιο βρώμικο, συναισθηματικά εκβιαστικό και πολιτικά ξεδιάντροπο.
Γιατί η αλήθεια είναι απλή: Οι συγγενείς δεν ζητούν εκδίκηση. Ζητούν Δικαιοσύνη.
Κι επειδή η λέξη “Δικαιοσύνη” στην Ελλάδα είναι κάτι σαν ευφημισμός για το “να μην ξεχαστεί το θέμα μέχρι τις επόμενες εκλογές”, το κράτος έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα: Αποσιώπηση.
Πρώτα προσπάθησαν να τους φιμώσουν. Με πιέσεις, με “εθνική ενότητα”, με “μην εργαλειοποιείτε τον θάνατο των παιδιών σας”.
Όταν είδαν ότι δεν πιάνει, πέρασαν στο επόμενο στάδιο:
- Τους συκοφάντησαν.
“Είναι υποκινούμενοι”. “Δεν ξέρουν τι λένε.” “Η οργή είναι κακός σύμβουλος.”
- Τους άφησαν μόνους τους.
Πού ήταν το κράτος όταν αναγκάζονταν να κάνουν τις δικές τους έρευνες γιατί ΚΑΝΕΙΣ δεν τους έλεγε ποιοι ήταν πραγματικά υπεύθυνοι;
- Τους χλεύασαν.
Βλέπε Άδωνη, βλέπε Πορτοσάλτε, βλέπε όλο το κυβερνητικό “Μπουλντογκ Corps” να βγαίνει στα κανάλια και να τους κουνούν το δάχτυλο γιατί “έχουν το θράσος να ζητούν απαντήσεις”.
Ψέμα #4: “Η κυβέρνηση ανέλαβε την ευθύνη”
Αυτό δεν είναι καν ψέμα. Είναι ανέκδοτο.
Να το θυμηθούμε;
- Ανάληψη ευθύνης #1: Ο Μητσοτάκης λέει ότι “θα βάλει τέλος στο αίσχος των ελληνικών σιδηροδρόμων”.
- Ανάληψη ευθύνης #2: 12 μήνες μετά, τίποτα δεν έχει αλλάξει.
- Ανάληψη ευθύνης #3: Η σύμβαση που θα έφτιαχνε το σύστημα ασφάλειας είναι ακόμα στα χαρτιά.
- Ανάληψη ευθύνης #4: Η κυβέρνηση πετάει την ευθύνη σε “διαχρονικά λάθη” (aka όλοι φταίνε εκτός από εμάς).
- Ανάληψη ευθύνης #5: Ο Κώστας Καραμανλής, που υπέγραψε τις συμβάσεις που ΔΕΝ έγιναν, ξαναμπήκε υποψήφιος στις εκλογές.
Δηλαδή, η μόνη ανάληψη ευθύνης που είδαμε είναι… ανάληψη από τα ταμεία των εργολάβων.
Φινάλε: Και τώρα τι;
Εδώ λοιπόν είμαστε.
Δυο χρόνια μετά, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Η κυβέρνηση έχασε κάθε ηθικό έρεισμα, αλλά εξακολουθεί να κρατιέται από τις τελευταίες κλωστές της προπαγάνδας της. Τα μέχρι πρόσφατα φιλικά της ΜΜΕ βέβαια σταμάτησαν να “κουκουλώνουν”, αλλά οι υπεύθυνοι παραμένουν στο απυρόβλητο, και οι πολίτες –ίσως για πρώτη φορά μετά από χρόνια– καταλαβαίνουν ότι αν δεν κρατήσουν τη μνήμη ζωντανή, όλα αυτά θα θαφτούν στο χρονοντούλαπο της ελληνικής ατιμωρησίας.
Η κάθαρση ήταν ψεύτικη.
Η συγκάλυψη, όμως, είναι απόλυτα αληθινή.
Και το μόνο που απομένει να δούμε είναι αν θα το αφήσουμε να περάσει.