Διεθνής κινητοποίηση άνευ προηγουμένου έφερε ο καταστροφικός σεισμός στη Μιανμάρ την περασμένη εβδομάδα. Ήταν δεδομένο ότι η χώρα, ειδικά στην οικονομική κατάσταση που βρίσκεται, δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει ούτε καν στη διαδικασία έρευνας και διάσωσης, ώστε να σώσει όσες περισσότερες ζωές μπορεί στις περιοχές που ισοπέδωσε ο εγκέλαδος. Έχουν περάσει τέσσερις ημέρες από τον σεισμό και ακόμα η κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει ακριβή αριθμό για το πόσοι έχουν χάσει τη ζωή τους, πόσοι έχουν τραυματιστεί και πόσοι αγνοούνται.
Όλες ανεξαιρέτως οι χώρες έστειλαν βοήθεια. Ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, ανεξαρτήτως αν συμπαθούν ή συνεργάζονται με το καθεστώς που κυβερνάει αυτή την πανέμορφη, αλλά βασανισμένη χώρα για πάνω από 60 χρόνια. Έτσι πρέπει να γίνεται: Είναι ελάχιστες οι φορές που κάνουν στην άκρη οι σκοπιμότητες και οι υπολογισμοί και βγαίνει μπροστά η ανθρωπιά. Συνήθως πρέπει να συμβεί κάτι τόσο τραγικό, όπως ένας τεράστιος σεισμός, από τους μεγαλύτερους που έχουν καταγραφεί ποτέ στην ξηρά και όχι σε θαλάσσια περιοχή.

Από την άλλη, βέβαια, όλο αυτό το παγκόσμιο χέρι βοήθειας προς τη Μιανμάρ (την οποία οι παλαιότεροι γνωρίζουν ως Βιρμανία, έχε αλλάξει το όνομά του το κράτος από το 1989) κρύβει και μπόλικη δόση υποκρισίας. Χρειάζεται να συμβεί κάτι τόσο τραγικό για να στρέψει η διεθνής κοινότητα το βλέμμα της προς αυτό τον τόπο, που λόγω γεωγραφίας έπαιζε πάντα το ρόλο του… μαξιλαριού. Όλα τα χρόνια που ο λαός βασανίζεται από ένα εκ των πιο μόνιμων και σκληρών στρατιωτικών καθεστώτων, η ευαίσθητη Δύση (κυρίως) κάνει πως δεν βλέπει και τα πανανθρώπινα μηνύματα πάνε περίπατο.
Η Μιανμάρ που παλιά ξέραμε ως Βιρμανία
Η Μιανμάρ βρέθηκε στη μέση του επεκτατισμού δύο ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Η Βρετανία κατέκτησε την Ινδία και η Γαλλία την Ινδοκίνα. Το… ενδιάμεσο, την περιοχή δηλαδή που βρίσκεται η χώρα, δεν την ήθελε κανείς. Εκεί δεν υπάρχουν τόσο εύφορα εδάφη, η περιοχή είναι γεμάτη αδιάβατες ζούγκλες και λαούς που δεν έχουν μάθει να σκύβουν το κεφάλι.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Βρετανοί ασχολήθηκαν με τη Βιρμανία μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα, το 1824, και την κατέκτησαν 60 χρόνια μετά, το 1885, μετά από τρεις αιματηρούς πολέμους με τους Βιρμανούς βασιλιάδες. Και ασχολήθηκαν μαζί της όχι επειδή την ήθελαν, αλλά για να τη χρησιμοποιήσουν σαν μαξιλάρι του γαλλικού επεκτατισμού. Μαζί με τους καθ’ εαυτό Βιρμανούς, όμως, κατέκτησαν και άλλους λαούς, πιο μικρούς πληθυσμιακά, που ζουν δεν έχουν σχέση εθνολογική και γλωσσική με τους Μπαμάρ, τους Βιρμανούς. Τις περιοχές αυτές τις «κόλλησαν» στην Βιρμανία και τις έκαναν κομμάτι του νέου κράτους, στο οποίο έδωσαν ανεξαρτησία το 1948, έναν χρόνο αργότερα από την Ινδία.
Πώς κολλάνε αυτά τα ανόμοια κομμάτια; Δεν κολλάνε! Ο κάθε λαός απ’ αυτούς που αναγκαστικά συμπεριλήφθηκαν στη Βιρμανία, οι Τσιν, οι Μον, οι Καγιάχ, οι Κάρεν, πήραν τα όπλα κατά της κυβέρνησης και απαίτησαν την απόσχισή τους. Η δημοκρατία της Βιρμανίας ήταν εξαρχής εύθραυστη. Και το 1962 οι στρατιωτικοί, που «ανησυχούσαν» για τον επικείμενο διαμελισμό της χώρας τους (άσχετο αν τα σύνορα που είχαν δημιουργηθεί δεν ήταν ιστορικά, αλλά τεχνητά, από τους Βρετανούς) ανέτρεψαν την κυβέρνηση και κάθισαν οι ίδιοι σε θέσεις εξουσίας.

Η χούντα συμπληρώνει πάνω από 60 χρόνια συνεχούς παρουσίας στα πράγματα. Με πρόφαση πάντα την ίδια, την «εσωτερική ασφάλεια». Διεξάγονται πολλοί μικροί (ακήρυχτοι, βέβαια) πόλεμοι σε διάφορες επαρχιακές περιοχές της χώρας, όπου κυριαρχούν άλλοι λαοί. Οι ένοπλες συγκρούσεις είναι κάτι καθημερινό, δεν αναφέρεται καν στα δελτία ειδήσεων.
Ποιος είναι ο τρόπος που βρήκε η κυβέρνηση όλα αυτά τα χρόνια για να επιβληθεί; Να ξεπαστρέψει οποιαδήποτε αντίσταση. Οι θηριωδίες των κυβερνητικών στρατευμάτων όλα αυτά τα χρόνια εμφανίζονται μόνο όταν κάποιοι ξεφεύγουν από τις σφαγές και τα αποκαλύπτουν με κίνδυνο της ζωής τους. Έχουν γίνει δεκάδες τέτοιες «εκστρατείες», με θύματα κυρίως άμαχους χωρικούς, αφού οι ένοπλοι αντάρτες κρύβονται στις ζούγκλες.
Και οι αντάρτες τι κάνουν; Στρέφονται στην καλλιέργεια και το εμπόριο όπιου. Το οποίο, φυσικά, δεν προορίζεται για ιδιωτική χρήση. Κάπου καταλήγουν αυτοί οι τόνοι όπιου που προμηθεύουν οι λογής-λογής πολέμαρχοι. Κυρίως στη Δύση καταλήγουν. Το 2024 η Μιανμάρ πέρασε πρώτη στην παράνομη παραγωγή όπιου παγκοσμίως. Στη δεύτερη θέση άλλη μια πολύπαθη χώρα, το Αφγανιστάν.

Πολλοί πολέμαρχοι, μάλιστα, έχουν φτάσει πια στο σημείο να χρησιμοποιούν ως προπέτασμα καπνού την «αντιστασιακή» τους δράση και να μην τους νοιάζει τόσο η ελευθερία του ντόπιου λαού, για την οποία υποτίθεται ότι πολεμούν, αλλά να μείνει ζωντανή η διεθνής μπίζνα με το όπιο, η οποία τους αποφέρει πολλά κέρδη (κι ακόμα περισσότερο στους… αποδέκτες της πρώτης ύλης). Και φυσικά κάποιοι απ’ αυτούς δεν διστάζουν μέχρι και να υποδουλώνουν τους «συμπατριώτες» τους, να τους βάζουν να δουλεύουν υπό απάνθρωπες συνθήκες στην καλλιέργεια της παπαρούνας, χωρίς λεφτά εννοείται, υποτίθεται για να χρηματοδοτήσουν την οργάνωση που θα τους δώσει την ελευθερία τους, αλλά ουσιαστικά θα γεμίσει άλλες τσέπες.
Γι’ αυτά όλα η διεθνής κοινότητα τι λέει; Και κυρίως, τι κάνει; Τίποτα. Την έπιασε ο πόνος, και σωστά, για την στιγμιαία τραγωδία των ανθρώπων στο Μανταλάι και τις γύρω περιοχές που ισοπεδώθηκαν, αλλά για την διαρκή τραγωδία που μαστίζει τη χώρα τόσα χρόνια ούτε λένε, ούτε κάνουν τίποτα.
Πριν κάμποσα χρόνια είχε αναδειχτεί η φιγούρα της Άουνγκ Σανγκ Σου Κίι, της κόρης ενός ντόπιου στρατηγού που κατατρόπωσε τους Ιάπωνες στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (και δολοφονήθηκε αργότερα). Της έδωσαν και βραβείο Νόμπελ Ειρήνης το 1992. Η χούντα την κυνήγησε, την πολέμησε και στο τέλος, το 2016, όταν δεν την φοβόταν πια, την έκανε μέχρι και άτυπη πρωθυπουργό της χώρας. Για να αποδειχτεί ότι η Μιανμάρ χρειάζεται κάτι περισσότερο από ένα πρόσωπο για να απαλλαγεί από τα δεσμά της.