Ο Μάλαμας δεν ζήτησε να γίνει είδωλο κανενός

Cancel στο Μάλαμα, το ζήσαμε και αυτό.

Ο Μάλαμας δεν ζήτησε να γίνει είδωλο κανενός

Cancel στο Μάλαμα, το ζήσαμε και αυτό.


Η είδηση ήδη από το μεσημέρι κυκλοφορεί από τοίχο σε τοίχο και από feed σε feed. Ο Σωκράτης Μάλαμας κατά τη διάρκεια της συναυλίας του στο Ρέθυμνο ζήτησε να κατέβει το πανό «Βιαστής Είναι» που αφορά στην αποφυλάκιση του καταδικασθέντος πρωτόδικα Δημήτρη Λιγνάδη για δύο βιασμούς ανηλίκων.

Το ζήτησε καθιστώντας σαφές ότι συμφωνεί με το περιεχόμενό του και παροτρύνοντας τους θεατές να το ανεβάσουν αργότερα. Το ζήτησε γιατί, όπως είπε, τον αποσυντονίζει. Επίσης, δεν γνώριζε ότι το ανορθόγραφο πανό δικαιοσύνη αναφέρεται στο δικαστικό αγώνα για τη δολοφονία του 20χρονου Ρομά Νίκου Σαμπάνη από αστυνομικές δυνάμεις στο Πέραμα.

Για όσους τυχόν δεν το έχουν πάρει χαμπάρι, παρακάτω το βίντεο είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικό για το τι συνέβη.

 

Νωρίτερα σήμερα, ο τραγουδοποιός ανέβασε και ένα story υπενθυμίζοντας ποια ήταν η αποστροφή του λόγου του.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή.

«Η νομική κουλτούρα και κυβερνητική παίζουνε λάθος ποδόσφαιρο στο γήπεδο και πετάνε την μπάλα στις κερκίδες. Κάπως έτσι, κοίταξε, μ’ αρέσει και συμφωνώ με το σύνθημα, αλλά δεν θέλω να υπάρχει αυτό το πράγμα πάνω μας. Κατεβάστε το και ανεβάστε το μετά πάλι. Να μην το βλέπω, αποσπάται η προσοχή μου παρά πολύ. Το ξέρουμε. Το γνωρίζουμε αυτό. Και συμφωνούμε απολύτως».

Ήταν διδακτικός ο τρόπος που τοποθετήθηκε; Ναι. Ήταν κάπως άκυρη η δικαιολογία που επικαλέστηκε; Επίσης ήταν, δεδομένου ότι στις συναυλίες του Μάλαμα συμβαίνουν πολλά που αποσυντονίζουν τους μουσικούς. Ήταν φάουλ που ζήτησε να κατέβει ένα πανό που στην παρούσα συγκυρία, μέσα από την υπενθύμιση ενός γεγονότος (μιας πρωτόδικης απόφασης, αν προτιμάτε), εκφράζεται κυρίως σε χώρους τέχνης η πηγαία λαϊκή αντίδραση  απέναντι σε μια απόφαση που αντανακλά πόσο έχουν διαβρωθεί θεσμοί, όπως η Δικαιοσύνη, με πρόσχημα το γράμμα του νόμου;

Έκανε λάθος ο Μάλαμας. 

Είναι όμως αυτός λόγος να απλώνεται το cancel σαν καπνός από πυρσό ή να παρακολουθούμε με χαιρεκακία τις αντιδράσεις για αυτό το λάθος; Το μεγαλύτερο μέρος του κοινού στην Ελλάδα, του κοινού που στηρίζει με την παρουσία του και τα χρήματά του τους καλλιτέχνες που αγαπά διαμορφώνει μια στρεβλή αντίληψη για τη σχέση που έχει μαζί τους: θεωρεί ότι οι καλλιτέχνες τού ανήκουν. Ποιος ξέρει, ίσως να το γράφει κάπου στα διαχωριστικά που βρίσκονται στις πρώτες σειρές της αρένας.

Ειδικά στη σκηνή του «εντέχνου», ο δεσμός αυτός είναι πιο ισχυρός από αλλού και για αυτό προβληματικός. Πολλοί που ακούν φανατικά Μάλαμα (και τον Παπακωνσταντίνου και την Μποφίλιου) νιώθουν ότι όχι μόνο τους ανήκει, αλλά και ότι οφείλει να εκφράζει αυτά που εκείνοι θέλουν, ότι οφείλει να ανταποκρίνονται πάντα στις ιδεολογικές και πολιτικές τους προσδοκίες, ότι οφείλει να τοποθετείται με τον τρόπο που έχουν εγκρίνει εκ των προτέρων, λες και τα τραγούδια δεν αρκούν.

Είναι ένας "δεσμός" που απλώνεται από την πλατεία φτάνει στις κερκίδες, ριζώνει στη σκηνή, παραμονεύει κάτω από τα όργανα των μουσικών. Σαν τη στιγμή που ακούγεται το ρεφρέν της "Πριγκηπέσας", τα όρια καταλύονται και ο "δεσμός" αυτός περιβάλλει κάθε λέξη, φράση, τοποθέτηση σε δημόσιο βήμα.

Δεν μας ανήκουν οι τραγουδιστές, μας ανήκουν τα τραγούδια τους. Δηλαδή ούτε και αυτά μας ανήκουν ακριβώς, αυτονομούνται από τον δημιουργό τους και τα μοιραζόμαστε ως περισσότερο ή λιγότερο κοινά βιώματα.

Δεν μας ανήκουν οι τραγουδιστές. Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνούμε στα πάντα μαζί τους για να τους ακούμε, να τους θαυμάζουμε, να τους αγαπάμε. Είναι δικαίωμα των θεατών να ανεβάζουν ένα πανό, είναι όμως επίσης δικαίωμα του Μάλαμα να ζητήσει στη δική του συναυλία να το κατεβάσουν για λίγο 

Φυσικά, η καλλιτεχνική δημιουργία συνοδεύεται από μια ευθύνη. Ποιος είναι ο κόσμος που κατασκευάζεις μέσα από την τέχνη σου; Πώς τα τραγούδια λειτουργούν απελευθερωτικά και λυτρωτικά; Είναι σημαντική ευθύνη και δεν την έχει αρνηθεί ο Μάλαμας -το αντίθετο, οπότε λίγο κράτει.

Αλλά ναι, σε οριακές στιγμές και εποχές τα τραγούδια δεν αρκούν. Ζούμε σε τέτοιες εποχές. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που δεν αρκεί: η ανάγκη και η ευκολία μας να κατασκευάζουμε ήρωες και είδωλα που θα τους αναθέσουμε τα δικά μας λόγια και τις δικές δράσεις. Ήρωες και είδωλα που θα τροφοδοτήσουμε με την αγάπη μας και θα μας θρέψουν κάποια στιγμή με την παροδική ή διαρκή πτώση τους, γεμίζοντας μας απογοήτευση, θυμό ή ακόμα και ανομολόγητη ευχαρίστηση.

Ο Μάλαμας δεν ζήτησε να γίνει ήρωας κανενός. Δεν το επιδίωξε ούτε ήταν στις προθέσεις του. Γιατί ξέρει ότι η κοινωνία που αναζητούμε δεν χρειάζεται είδωλα.

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα