Ράδιο Αρβύλα: καλύτερα μέτρια σάτιρα παρά καθόλου σάτιρα

Είναι απαραίτητο κάποιος να γελάει στα μούτρα της πολιτικής εξουσίας στο πιο mainstream μέσο. Ακόμα και αν το κάνει μέτρια.

Ράδιο Αρβύλα: καλύτερα μέτρια σάτιρα παρά καθόλου σάτιρα

Είναι απαραίτητο κάποιος να γελάει στα μούτρα της πολιτικής εξουσίας στο πιο mainstream μέσο. Ακόμα και αν το κάνει μέτρια.


Η ελληνική τηλεόραση δεν απευθύνεται στους Millennials, ούτε στη Gen Z. Με μπακαλίστικους υπολογισμούς, ένα ανθρώπινο ον, καρφιτσωμένο στην Ελλάδα του 2021, είναι σχεδόν καταδικασμένο να παρακολουθεί τηλεόραση μέχρι τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, όταν αρχίζει να ξεπερνάει τα παιδικά προγράμματα και να επιλέγει προϊόντα που το συνδέουν με την ενηλικίωση, που όλο νιώθει πως φτάνει. Στις μέρες μας, βέβαια, ενδέχεται το παιδικό πρόγραμμα του Netflix να κάνει τη δουλειά και η τηλεόραση να μένει να εκπέμπει για όσους δεν έχουν αγκαλιάσει τη τζιτζιταλική εκδοχή της τηλεόρασης (ζουν ανάμεσά μας). Η ελληνική τηλεόραση απευθύνεται σε ανθρώπους που βλέπουν ακόμα ειδήσεις, είτε έχοντας την ικανότητα να τις παρακολουθήσουν με την κεραία της αμφισβήτησης ορθωμένη, είτε όχι. Σε άτομα που αφήνουν τη μεσημεριανή ενημερωτικο-ψυχαγωγική εκπομπή να παίζει στο backround όσο εκείνοι κινούνται μέσα στο σπίτι. Για αυτούς ακόμα αυτό το κουτί που όλο λεπταίνει, ψηλώνει και κερδίζει σε μήκος είναι πηγή ενημέρωσης, πληροφορίας, ψυχαγωγίας και συντροφιάς. Χθες στον αέναο μονόλογο των τηλεοράσεων, προστέθηκε και εκείνος του Ράδιο Αρβύλα και για ακόμα μια φορά σε αυτή τη χώρα βρεθήκαμε να πρέπει να επιλέξουμε το μη χείρον που -ελπίζουμε να- είναι βέλτιστον.

Το concept της εκπομπής, όσες φορές έχει επιστρέψει, έχει μείνει απαράλλακτο. Τα κρύα ανέκδοτα, το σημείο στο οποίο βολεύονται οι παρουσιαστές, τα voice-over, το σκιπάρισμα θεμάτων ώστε να μπορέσει να μείνει η εκπομπή πιστή στην 60λεπτη διάρκειά της. Το 2021 η σατιρική των Αρβύλα, τα γνωστά «κόλπα» της, ο τρόπος που σχολιάζει την επικαιρότητα, όχι μόνο δεν είναι φρέσκος, αλλά μπορεί να σε κάνει ερασιτέχνη τζογαδόρο. Μπορείς, με την ελάχιστη προσπάθεια, να προβλέψεις την επόμενη ατάκα, το επόμενο θέμα, το πότε θα γίνει το εσωτερικό αστειάκι με τους πιστούς, πίσω από τις κάμερες, συνεργάτες του Αντώνη Κανάκη και της παρέας του.

Η χθεσινή πρώτη εκπομπή ήταν κάτι σαν το ρεζουμέ όλων όσων ήδη γνωρίζουμε, όσων ήδη έχουμε σχολιάσει, είτε με οργή είτε με την απαραίτητη ειρωνεία που μας βοηθάει να επιβιώνουμε στα αλλεπάλληλα επεισόδια "Black Mirror" που ζούμε: πανδημία, τιμοκατάλογοι influencers και ανθυποσελέμπριτιζ, αστυνομική kinky βία στους πυροσβέστες που μέχρι πριν δυο μήνες είχαμε μετατρέψει σε επίγειους μάρτυρες, soon to be άγιοι, αντιεμβολιαστές και γενικότερα, μια σειρά από hashtags που τρένταραν στον τουητερικό κόσμο, που όλο λέμε ότι έχει πεθάνει και δεν το έχει καταλάβει και όλο γεννάει τα νέα ζητήματα, σαν άλλος σοσιαλμιντιακός φοίνικας. Ναι, η χθεσινή πρώτη εκπομπή ήταν κάτι σαν ξαναζεσταμένη επικαιρότητα, την οποία είδαμε να σχολιάζεται καλύτερα και καυστικότερα από άτομα που δεν έχουν τηλεοπτικό ρόλο, αλλά έναν ταπεινό λογαριασμό σε κάποια πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης. Κι όμως τη «δουλειά» της σάτιρας την έκαναν καλύτερα.

Η τηλεόραση του σήμερα έχει μια -ακόμα- ένα μεγάλο κενό: αυτό της αντιπολιτευτικής σάτιρας. Λείπει εκείνο το τηλεοπτικό προϊόν που μετατρέπει κυβερνήσεις και πολιτικούς σε υποκείμενα που δέχονται -και χιουμοριστική- κριτική.

Σε ένα σημείο της χθεσινής πρώτης εκπομπής έγινε σχολιασμός ενός κόνσεπτ του φετινού GNTM, στο οποίο οι συμμετέχοντας κλήθηκαν να παίξουν μια σκηνή σαπουνόπερας. Με την υπερβολή και τους αντίστοιχους διαλόγους, που μπορούν να μετατρέψουν μια απλή αναφορά των υλικών ενός τοστ, σε πανανθρώπινη τραγωδία. Για τις ανάγκες αυτού του σχολιασμού, χρησιμοποιήθηκαν τα πλάνα της προσπάθειας ενός queer μοντέλου, του Κωνσταντίνου, με χιούμορ στα πρώτα όρια της ομοφοβίας, με μιμήσεις για τη φωνή, την κινητικότητα και την «υστερία» με την οποία έφερε εις πέρας το -αχρείαστο και παντελώς απόν από την αγορά εργασίας της πραγματικής μόδας- κόνσεπτ του ριάλιτι μόδας. Ωστόσο, ούτε αυτή η μπανάλ, παλιακή, αστεία μόνο σε επίπεδο dad jokes, μίμηση είναι αρκετή για να καταδικάσουμε το Ράδιο Αρβύλα σε έλλειψη χρησιμότητας στην τηλεόραση του σήμερα.

Βλέπεις, η τηλεόραση του σήμερα έχει μια -ακόμα- ένα μεγάλο κενό: αυτό της αντιπολιτευτικής σάτιρας. Λείπει εκείνο το τηλεοπτικό προϊόν που μετατρέπει κυβερνήσεις και πολιτικούς σε υποκείμενα που δέχονται -και χιουμοριστική- κριτική. Σε άτομα που μπορεί να κατέχουν νευραλγικές θέσεις, αλλά μάντεψε, είναι εκλεγμένοι πολίτες από εμάς και μπορούμε να σχολιάζουμε τις αποφάσεις που παίρνουν από εμάς για εμάς, όπως οφείλουμε: με αυτοκριτική διάθεση, μαύρο χιούμορ, πίστη στην ανθρώπινη υπόσταση, δική μας και δική τους και απόλυτη ελευθερία. Όλα αυτά σε mainstream τηλεοπτικό κανάλι, στο ακόμα και σήμερα πιο mainstream μέσο.

Όλα αυτά, στην εποχή που τα non papers γίνονται κάτι παραπάνω από αντιληπτά, που σε τηλεοπτικούς σταθμούς και δελτία ειδήσεων παρακολουθούμε σκηνής επιβράβευσης της κυβέρνησης όχι μόνο για τα αυτονόητα, αλλά και για τα κακώς κείμενα, που η μοναδική επαφή μας με το παραφουσκωμένο concept που ονομάζεται πολιτική εξουσία, γίνεται δια της αφής, και συγκεκριμένα μέσω της αστυνομικής βίας που απλώνει το χέρι της (και δείχνει τα όπλα της).

Σε αυτήν ακριβώς την εποχή, δεν υπάρχει καμία σατιρική εκπομπή. Κανένα μέσο που να γελάει λίγο στα μούτρα της πολιτικής σοβαροφάνειας, παρόλο που αυτή απτόητη δίνει άπειρους λόγους για γέλιο (βασικά, κλαυσίγελο). Και σε αυτήν  ακριβώς την εποχή, ήρθαν ξανά οι Ράδιο Αρβύλα, να θυμίσουν σε ηλικιακές ομάδες που στις 8 το βράδυ είναι μπροστά στην τηλεόραση, πως μπορούν να σπάνε πλάκα με εξουσίες και «αυθεντίες».

Αυτό προφανώς δεν γίνεται με τους καλύτερους και πιο σύγχρονους όρους, αλλά δεν είναι νέο πως σε αυτή τη χώρα καλούμαστε συνεχώς να επιλέξουμε τη λιγότερο κακή από τις κάκιστες επιλογές που μας δίνονται. Παίζομουμε, λοιπόν, με ό,τι χαρτί έχουμε. 

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα