Το Maestro από το πρώτο κιόλας επεισόδιο λειτουργεί μέσα σε όλα και σαν άτυπος κοινωνικός χάρτης. Κάθε σκηνή σχεδόν είναι και μια παθογένεια της διπλανής πόρτας, τόσο ξεκάθαρα, που για ακόμα μια φορά αναρωτιέσαι ποιος τροφοδοτεί ποιον. Η μυθοπλασία την πραγματικότητα ή πραγματικότητα τη μυθοπλασία. Ο ευνουχισμένος ψυχισμός μιας συζύγου, η κακοποιημένη γυναίκα που φορά τη χαμογελαστή της μάσκα κάθε πρωί, έχοντας τεχνηέντως καλύψει τους μώλωπές της με concealer, η ομοφοβία που καθρεφτίζεται στην επίμονη προσπάθεια καταπίεσης των πιο αγνών ορμών. Στο Maestro οι χαρακτήρες λειτουργούν σαν εκπρόσωποι των μικρών, καθημερινών μας αστοχιών: της ευκολίας με την οποία προσπερνάμε τους ανθρώπους που κινούνται γύρω μας, λες και οι πλάτες τους δεν έχουν κουραστεί από την περιφορά των τραυμάτων που κουβαλούν και που επανατραυματίζονται καθημερινά. Ακόμα και από τη δική μας βολική αδιαφορία. 

Στο χθεσινό τελευταίο επεισόδιο του πρώτου κύκλου, όλες οι προκαταλήψεις, οι ρατσισμοί, τα bottled-up συναισθήματα, που εκτονώνονται τιμωρητικά σε αυτοάνοσα, γιατί το σώμα είναι πιο ευφυές από τον εγκέφαλό μας, η συγκαλυμμένη ομοφοβία, η αφ’ υψηλού, εμποτισμένη με άγνοια, θέαση της βίας κατά των γυναικών και τα τραύματα από τα οποία εκπορεύεται, το κουτσομπολιό της «πλατείας» και η ευκολία που η καλημέρα ευγενείας γίνεται επιδεικτική σιωπή, οι συγγνώμες της μητρικής καταστροφής και η αέναη επίρριψη ευθυνών στη μάνα-εύθραυστο εξουσιαστή, πήραν τις απαντήσεις τους. Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης σε αυτό το επεισόδιο μας έδωσε στο πιάτο, σαν ένα δύσκολο ασίστ, όλους τους αυτονόητους λόγους για τους οποίους κανένα από αυτά τα βαρίδια που κουβαλάμε, νιώθοντας υπόλογοι σε κοινωνικά φαντάσματα, όπως η αποδοχή, δεν έχουν κάποιο νόημα. Είναι μια μάχη στην οποία όσο πιο κοντά στο τέρμα της φτάνουμε, τόσο λιγότερα κερδίζουμε. Πρακτικά, σε αυτή τη μάχη μόνο χάνουμε. Χάνουμε ενέργεια, χρόνο και τους εαυτούς μας. Τι νόημα έχει να γίνεται αποδεκτό ένα άδειο δοχείο, στο οποίο έχει ατονήσει κάθε αίσθηση του μοναδικού «εγώ»; 

1.

Ο διάλογος της Σοφίας με τη μητέρα της, Χαρούλα, για όλους τους τρόπους με τους οποίους τη συνέθλιψε, οδήγησε στη σκληρή πραγματικότητα του ότι δεν έχει κανένα νόημα να ψάχνεις την αποδοχή από την πρώτη κιόλας φιγούρα εξουσίας που γνώρισες στη ζωή σου: τη μάνα. «Αν στην ηλικία σου χρειάζεσαι τη δική μου έγκριση, είσαι άξια της μοίρας σου», της είπε, κάνοντας σαφές πως η αντιπαράθεση με τη γονεϊκή εξουσία είναι ένα τεστ που περνάμε ξανά και ξανά, και οφείλουμε τόσο σε εμάς, όσο και στον συσχετισμό μαζί της, να τερματίζουμε. Η αποδοχή της μάνας ίσως αργήσει πολύ, ίσως δεν έρθει ποτέ. Μέχρι τότε, ζούμε.

2.

Ο μονόλογος της Μαρίας Καβογιάννη, στον καφέ με τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη, μιλώντας για την κακοποίηση. Για τους κακοποιητές που μάνες τους μεγαλώνουν και αυτούς. Για κάθε μάνα που βρίσκεται πίσω τους και ενώνει το χέρι του επόμενου θύματος με το χέρι του παιδιού που διαμόρφωσαν οι ίδιες. Μέσα από τον πόνο, τον φόβο, τους μώλωπες, την υπομονή στο όνομα του κυνηγιού του τι θα πει η κοινωνία. Η κοινωνία που τους δίδαξε ότι είναι ετερόφωτες. Το σχόλιό της πως δεν είναι η μόνη. Οι γυναίκες που κακοποιούνται είναι πολλές, και θα είναι ακόμα περισσότερες, γιατί ο κύκλος είναι φαύλος. Ωμή δήλωση, αλλά κάποια έπρεπε να την κάνει, ελπίζοντας πως το ντόμινο θα σταματήσει πριν το τέλος του κόσμου. 

3.

Το «βούλωσέ το» της Σοφίας στον εμμονικά καθώς πρέπει σύζυγό της, όταν ο γιός τους κάθισε στο τραπέζι για πρωινό, μαζί με το αγόρι που είναι ερωτευμένο. «Δεν έχεις ούτε τόσο από το θάρρος αυτών των παιδιών», του είπε, γιατί κάπως έπρεπε να σπάσει αυτός ο συσχετισμός όλων όσων συνθέτουν το concept «ανδρισμός» με τη cis straight ταυτότητα. Μεγάλος μύθος. Τον αποδόμησε με ωραία, ευλογημένα απρεπέστατη γλώσσα μια σειρά. Μια Πέμπτη βράδυ. 

4.

Το «δεν μου το δίδαξε κανείς, απλώς τον αγαπάω πολύ» της Μαρίας Καβογιάννη στη Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, όταν η δεύτερη της χτύπησε την πόρτα, για να της προσφέρει μια διέξοδο ασφαλείας από τη βίαιη ζωή με τον Χαράλαμπο, ρωτώντας τη πώς μπορεί και έχει ανοίξει μια τόσο μεγάλη αγκαλιά για τη σεξουαλικότητα του γιού της. Δεν χρειάζεται να σου μάθει κανείς την κοινωνιολογική προσέγγιση της σεξουαλικότητας και των απολίξεών της, για να αποδεχτείς. Δεν χρειάζονται μανιφέστα. Για να αποδεχτείς πρέπει να είσαι αγάπη. Και η Καβογιάννη είναι σε αυτή τη σειρά. Η πιο ακατέργαστη, πρωτόλεια μορφή της. 

5.

Το λογίδριο του Ορέστη σε μια ντόπια που μετά από κουτσομπολιά, του έκοψε την καλημέρα, γυρνώντας του την πλάτη, επειδή ερωτεύτηκε κάποια που εκείνη δεν ενέκρινε. Επειδή έκανε μια προσωπική επιλογή. «Δεν σου πέφτει λόγος», είναι η μια απάντηση. «Έλα στο φεστιβάλ και αποδέξου πως εγώ δεν σε κρίνω για τις επιλογές σου, και αν έχεις κάποια απορία για εμένα», ρώτησέ με είναι η άλλη. Η κλειστοφοβική ευθραυστότητα των σχέσεων σε μικρές κοινωνίες θα έπρεπε να λύνεται κάπως έτσι. Ντροπή έχει αυτός που απορρίπτει χωρίς διάλογο. Αυτός που ζητάει τα ρέστα, έχει δικαίωμα να χλευάσει τη μικρότητα των σχολιαστών. 

Ναι, το χθεσινό επεισόδιο αποτέλεσε άτυπη εργαλειοθήκη για την αντιμετώπιση κοινωνικών ζητημάτων που μάς δηλητηριάζουν καθημερινά, αλλά και ανεδαφικά. Ο σεναριογράφος τα έβαλε στο μικροσκόπιο και συνειδητοποίησε πως αν τα κοιτάξεις από απόσταση, θα καταλάβεις πως είναι απλώς μερικές one-on-one εκκρεμότητες. Ίσως χρειαστεί να μπεις σε αντιπαράθεση, μα είναι τόσο παράλογα, που δεν θα είναι απαραίτητο να σκεφτείς και πολλά επιχειρήματα. Το παράλογο το κερδίζει η απλότητα. Απλώς έχουμε επιλέξει να ταλαιπωρούμαστε μέσα από τη να μην την ονομάζουμε «απλή λογική».