Έγινε «γνωστή» για τους δεύτερους ρόλους της δίπλα στην Τζένη Καρέζη και την Αλίκη Βουγιουκλάκη, σε ταινίες όπως το Ξύλο Βγήκε από τον Παράδεισο και το Μια τρελή τρελή Οικογένεια. Μετά έγινε πραγματικά γνωστή και χωρίς εισαγωγικά και τον αιχμηρό της λόγο, για τα γραπτά της, τα ποιήματά της και τη γενικότερη στάση της απέναντι στη ζωή και το σύστημα. Ένα σύστημα το οποίο απεχθανόταν, που ήθελε να αποβάλλει μια και καλή από την καθημερινότητα όχι μόνο τον Εξαρχείων που κυκλοφορούσε, αλλά και από τον τρόπο σκέψης των γύρω της.

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε την πρώτη μέρα του Ιουνίου το 1940, στην Αθήνα, και «έφυγε» για πάντα στις 3 Οκτωβρίου του 1993. Στο ενδιάμεσο είχε καταφέρει με την πολιτική της στάση να ενώσει την τέχνη με τη ζωή, την άρνηση για το άδικο με αυτό που κάποιοι αποκαλούν «περιθώριο». Δεν ήταν ακριβώς περιθώριο, ήταν οι άνθρωποί της, αυτοί που περπατούσαν όπως αυτή με ένα τσιγάρο στο χέρι στους στενούς δρόμους των Εξαρχείων και προβληματίζονταν με την τότε κοινωνία. Το ίδιο θα έκανε και σήμερα μάλλον.

Οι στίχοι της ήταν γεμάτοι οργή, υπαρξιακές ανησυχίες, ωμό ρεαλισμό και κατέγραφαν τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Μιλούσε μέσα από τα ποιήματά της για τα όσα επιμένουμε, ακόμα και το 2022 να σπρώχνουμε κάτω από το χαλί: την υποκρισία, το ετοιμόροπο τώρα και το διαλυμένο μέτα, την καταπίεση, τους αλήτες, τους τοξικοεξαρτημένους, την αλήθεια που της σβήνουμε το φως και την κλειδώνουμε στο δωμάτιο.

Η Κατερίνα Γώγου, κυριολεκτικά, έδωσε την ζωή της χτίζοντας πάνω σε ερείπια τον δικό μας κόσμο μπας και γίνει λίγο πιο όμορφος. Έγραφε για το παρόν, βλέποντας το δικό μας μέλλον.

25 Μαΐου

Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα 
 και θα βγω στους δρόμους 
 όπως και χτες. 
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά 
 ένα κομμάτι από τον πατέρα 
 κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα 
 -αυτά που μ’ άφησαν- 
 και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν. 
 Και τους φίλους μας που χάθηκαν. 
 Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα 
 ίσα ολόισα στη φωτιά 
 και θα μπω όπως και χτες 
 φωνάζοντας “φασίστες!!” 
 στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες 
 μ’ ένα κόκκινο λάβαρο 
 ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο. 
 Θ’ ανοίξω την πόρτα 
 και είναι -όχι πως φοβάμαι- 
 μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα 
 και πως εσύ πρέπει να μάθεις 
 να μην κατεβαίνεις στο δρόμο 
 χωρίς όπλα όπως εγώ 
 – γιατί εγώ δεν πρόλαβα- 
 γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ 
 “έτσι”  “αόριστα” 
 σπασμένη σε κομματάκια 
 από θάλασσα, χρόνια παιδικά 
 και κόκκινα λάβαρα. 
 Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα 
 και θα χαθώ 
 με τ΄όνειρο της επανάστασης 
 μες την απέραντη μοναξιά 
 των δρόμων που θα καίγονται, 
 μες την απέραντη μοναξιά 
 των χάρτινων οδοφραγμάτων 
 με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!- 
 Προβοκάτορας.

 Θα’ ρθει καιρός

Θα ‘ρθει καιρός
που θ’ αλλάξουν τα πράγματα
να το θυμάσαι Μαρία
θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα
εκείνο το παιχνίδι που τρέχαμε
κρατώντας τη σκυτάλη

Μη βλέπεις εμένα μην κλαις
εσύ είσαι η ελπίδα
Άκου, θα ‘ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
δεν θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απ’ έξω
και τη δουλειά θα τη διαλέγουμε
δε θα ‘μαστε άλογα
να μας κοιτάνε στα δόντια
Οι άνθρωποι, σκέψου,
θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές :
απροσάρμοστοι, καταπίεση,
μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός
για το μάθημα της Ιστορίας

Είναι Μαρία, δε θέλω να λέω ψέματα,
δύσκολοι καιροί και θα’ ρθουνε κι άλλοι
δε ξέρω, μην περιμένεις κι από μένα πολλά
τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κράτησα καλά
Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
…παρ’ όλα αυτά Μαρία

Πάει. Αυτό ήταν.

Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σού `χα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
Κι ούτε που θα σε ξαναδώ.