Ένας “ταβερνιάρης” από τους Παξούς απαντά στην Τούνη για το "δεν θέλουν να δουλέψουν"

"Κυρία Τούνη, αν με διαβάζετε, θα ήθελα απλά να σας πω ότι το επόμενο τραπέζι θα σας το κεράσουμε, αρκεί να έρθετε το βραδάκι".

Ένας “ταβερνιάρης” από τους Παξούς απαντά στην Τούνη για το "δεν θέλουν να δουλέψουν"

"Κυρία Τούνη, αν με διαβάζετε, θα ήθελα απλά να σας πω ότι το επόμενο τραπέζι θα σας το κεράσουμε, αρκεί να έρθετε το βραδάκι".


Τα χρόνια μου στη δουλειά τα μετράω με τους λεκέδες που εμφανίζονται στην ποδιά μου και πιστέψτε με, αυτοί είναι πολλοί. Για περίπου 39 χρόνια διατηρώ μια ταβέρνα στους Παξούς, συνεχίζω τη δουλειά των γονιών μου. Ήταν καλοί άνθρωποι, δουλευταράδες και ποτέ δεν είχαν δώσει δικαιώματα. Για παράδειγμα, άνοιγαν το μαγαζί ακόμα και το μεσημέρι, παρά τη ζέστη. Άλλες εποχές τότε, η θερμοκρασία τα καλοκαίρια ήταν καλύτερη.

Έχω φάει τις high seasons -όπως τις λένε οι ινφλουένσερς- με το κουτάλι. Ίνσταγκραμ δεν έχουμε σαν επιχείρηση, ο εγγονός μου αναφέρει κάτι παπάτζες πού και πού αλλά δε δίνω σημασία. Να φανταστείτε, δεν ξέρω τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις, αλλά τις ακούω συχνά από τους εγχώριους και μη τουρίστες που έρχονται να φάνε τζάμπα. Λένε κάτι “it’s time for a selfie, baby, they are going to pay for our meal. The little suckers”. Κάτι έχω μάθει και από αγγλικά όλο αυτό τον καιρό. Λίγα φρουτάκια τους κερνάμε στο τέλος, δεν είμαστε και μαλάκες να τους πληρώνουμε το τραπέζι. Δουλεύουμε σκληρά όπως σας είπα και αν κοιτάξετε την ποδιά μου, όπως και της γυναίκας μου, θα το καταλάβετε.

Και ξαφνικά, έρχεται ο εγγονός μου ο Διονύσης σήμερα το πρωί με δάκρυα στα μάτια και μου λέει, “παππού, μήπως είσαι τεμπέλης;”. Στην αρχή δεν κατάλαβα πολλά, μιλούσε κάπως περίεργα από την ταραχή του. “Τι έγινε ρε παιδί μου;”, τον ρωτάω. Καμία απάντηση ο Διονύσης, ασχολιόταν με το κινητό. Μετά από λίγο μου λέει “ρε παππού, ξεφτίλα γίναμε. Η Τούνη λέει ότι δεν θέλουμε να δουλέψουμε”. Έξυσα το κεφάλι μου, έβαλα την πετσέτα στον ώμο μου και αναρωτήθηκα δυνατά “ποια είναι η Τούνη και γιατί δεν θέλουμε να δουλέψουμε;”.

Ο Διονύσης μου είπε όλη την ιστορία από την αρχή, μου έδειξε μάλιστα και κάποια στιγμιότυπα των διακοπών της κυρίας Τούνη στα μέρη μας. Του βγάζω μια μπίρα, άσχετα αν ήταν ακόμα 11 το πρωί και του είπα να την πιούμε μισή μισή όσο θα του εξηγώ κάποια πράγματα. Του λέω, λοιπόν:

«Διονύση, αν είχαμε λεφτά, δεν θα δουλεύαμε εμείς το μαγαζί, θα πληρώναμε ανθρώπους να το αναλάβουν και να μας δίνουν το cash κάθε τέλος του μήνα. Πρέπει να καταλάβεις ότι στον κόσμο αυτό όλοι έχουν άποψη και καλά κάνουν, το θέμα είναι πώς την εκλαμβάνουμε εμείς και τι βαρύτητα της προσθέτουμε. Είναι δικαίωμά μας να μην ανοίγουμε την ταβέρνα τα μεσημέρια διότι η θερμοκρασία χτυπάει 40άρια. Άνθρωποι είμαστε, δεν είμαστε ρομπότ και ούτε έχουμε σκοπό να στάξουμε τους εργαζόμενους αλλά ούτε και εμάς που καθόμαστε πάνω από τη φωτιά και υποφέρουμε. Το απόγευμα, λοιπόν, όταν η θερμοκρασία είναι κάπως καλύτερη, θα ανοίξουμε. Η λογική του 'είμαι διακοπές και τα θέλω όλα έτοιμα χωρίς να με ενδιαφέρει αν το προσωπικό κινδυνεύει με λιποθυμία', είναι ξεπερασμένη. Να σοκάρεσαι με αυτό το σκεπτικό, όχι με το γεγονός ότι κλείνουμε την ταβέρνα τα μεσημέρια. Και στην τελική, καλύτερα να μην θέλουμε να δουλέψουμε τέτοιες μέρες και να μας λένε τεμπέληδες παρά να μην ενδιαφερόμαστε για τα δικαιώματα και τη υγεία των ‘ απλών’ ανθρώπων. Τσπ, πιες την μπίρα σου και μην κλαις. Στο επόμενο στόρι της θα έχεις ξεχαστεί το σκηνικό’’.

Αυτά του είπα και τον καθησύχασα κάπως. Κυρία Τούνη, αν με διαβάζετε, θα ήθελα απλά να σας πω ότι το επόμενο τραπέζι θα σας το κεράσουμε, αρκεί να έρθετε το βραδάκι. Τα μεσημέρια παίρνουμε το καΐκι, πάμε στα βαθιά, κάνουμε βουτιές, βγάζουμε στόρις και μετά ψάχνουμε για ταβέρνα και αν δεν βρούμε, κράζουμε τους συναδέλφους μας, μαζί και εμάς τους ίδιους που δεν ανοίξαμε με 43 βαθμούς Κελσίου. Είπαμε, όλοι έχουν άποψη.

*Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα