Ο Μιθριδάτης έχει μια απάντηση για όλα

Μιλήσαμε μαζί του για τα πρώτα του βήματα, τα Ημισκούμπρια και την άδικη αντιμετώπιση του κράτους απέναντι στους καλλιτέχνες εν μέσω πανδημίας.

Ο Μιθριδάτης έχει μια απάντηση για όλα

Μιλήσαμε μαζί του για τα πρώτα του βήματα, τα Ημισκούμπρια και την άδικη αντιμετώπιση του κράτους απέναντι στους καλλιτέχνες εν μέσω πανδημίας.


Μπόζο: γνωστός και ως ο πιο δημοφιλής κλόουν στον κόσμο. Ο Μπόζο είναι ένας χαρακτήρας που δημιουργήθηκε για να ψυχαγωγεί τα νέα παιδιά με την ανάγνωση βιβλίων, την κάπως αφελή συμπεριφορά του και τα παιχνίδια του. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το 1946 και μεταφέρθηκε στην τηλεόραση το 1949. Λόγω της έντονης επιθυμίας για δυτικοποίηση εκείνη την εποχή, τον είδαμε και στη χώρα μας το 1973. Από τότε και για περίπου 3,5 χρόνια, ο διάσημος κλόουν έγινε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας και της παιδικής μας ηλικίας. Για την ελληνική εκδοχή του Μπόζο, προηγήθηκε μια τρίμηνη προετοιμασία από τον Λάρι Χάρμον ο οποίος εκπαίδευσε τον Μανώλη Δεστούνη ώστε να τον μυήσει στην συγκεκριμένη τέχνη.

Η εισαγωγή, αν και μοιάζει περιττή, ίσως και εκτός θέματος, ήταν απαραίτητη. Ο Μιθριδάτης χρησιμοποιεί διάφορες παραλλαγές της λέξης «μπόζο», όπως είναι για παράδειγμα το «μποζιά» που σε ελεύθερη μετάφραση μπορεί να σημαίνει από «ηλιθιότητα» μέχρι και «έκανα μαλακία». Τη λέξη αυτή ομολογώ πως δεν την γνώριζα και την διάβασα για πρώτη φορά σε μία από τις γνωστές σαρκαστικές του τοποθετήσεις στο Facebook. Μετά από λίγο, αποφάσισα να επικοινωνήσω μαζί του και να του ζητήσω συνέντευξη. Δέχτηκε. Δεν με χαρακτήρισε «μπόζο» αν και θα μπορούσε καθώς το μήνυμά μου ήταν μακροσκελές και φλέρταρε με το να κουράσει τον οποιονδήποτε παραλήπτη. Υπάρχουν και τα ηχογραφημένα μηνύματα, σκέφτηκα αργότερα.

Μετά από λίγες μέρες, ο καθένας από το σπίτι του και με την κάμερά του ανοιχτή, μιλήσαμε πραγματικά για τα πάντα. Δυστυχώς, για πρακτικούς λόγους, ήταν αδύνατο να χωρέσουν όλα σε μία συνέντευξη αν και ο ίδιος με είχε προειδοποιήσει πως θα τα βρω σκούρα στην απομαγνητοφώνηση. Χαλαρός, κρατώντας την κούπα του και καπνίζοντας τα πουράκια του, απάντησε στις ερωτήσεις μου χωρίς καμία δυσκολία. Κάθε φορά που έγερνε προς τα αριστερά, έβλεπα στον τοίχο του τους χρυσούς και πλατινένιους δίσκους των Ημισκουμπρίων. Όπως ήταν λογικό, συζητήσαμε για το επιτυχημένο τρίο αλλά και για τον ίδιο. Στο ενδιάμεσο, σχολίασε το ελληνικό hip-hop, την trap, τις παρερμηνείες των όρων mainstream και underground ενώ έθιξε και τον περιορισμό της τέχνης, για τον οποίο είναι -εμφανώς- ενοχλημένος.

Η γνωριμία με το hip hop

Όταν άρχισε να με γοητεύει αυτό το είδος ήταν το 1989. Ήμουν 14 χρονών. Ήταν και η εποχή της δορυφορικής τηλεόρασης και ευτυχώς για μας, ήταν μία πολύ σημαντική πηγή πληροφορίας για την εποχή, γιατί μπορούσαμε να δούμε τι έπαιζε το MTV ή το Super το οποίο έπαιζε συνέχεια videoclips. Οπότε είχες μία πρώτη επαφή σχετικά άμεσα, real time με το τι γίνεται με την μουσική στον υπόλοιπο κόσμο το οποίο δεν ήταν πολύ εύκολο πριν από αυτό. Υπήρχε μόνο μία εκπομπή, το «Μουσικό Καλειδοσκόπιο» στην κρατική τηλεόραση, νομίζω ήταν κάθε Κυριακή. Έδειχνε videoclips και ήταν και πολύ μπροστά για την επόχα. Το να υπάρχει δηλαδή μια μουσική εκπομπή στην τηλεόραση. Αν το πρότεινες αυτό σήμερα, θα σε κοίταζαν περίεργα.

Οι πρώτες μου επιρροές ήταν νομίζω πολύ κλασικά πράγματα. Ξεκίνησα με πράγματα που μόλις είχαν βγει το ’89. Ήταν μία καλή εποχή. Είχε βγει ο Young MC, ο Tone Loc, οι De La Soul, oπότε έτσι κόλλησα το μικρόβιο με το είδος. Βεβαίως επειδή δεν έμενα στις νέες κυκλοφορίες μόνο, άρχισα να ψάχνω και πράγματα τα οποία είχαν προηγηθεί. Αγόρασα τους παλιότερους δίσκους των Run D.M.C., των Public Enemy, Eric B. & Rakim, Grandmaster Flash and the Furious Five κ.α. Άρχισα να ψάχνω τις ρίζες του είδους. Και μετά ήρθαν τα '90s τα οποία θεωρούνται δικαίως, η Golden Era του hip-hop παγκοσμίως. Οπότε εκεί έγινε ο χαμός. Μετά όταν δούλεψα στο Metropolis, όπως καταλαβαίνεις ο μισθός μου επέστρεφε πίσω στο κατάστημα με τα βινύλια που αγόραζα. Συνέβαινε αυτό κυριολεκτικά.

Καλών Τεχνών vs Μουσική

Το ταλέντο στο χέρι μου ήταν το πρώτο που εμφανίστηκε και το πρώτο που δρομολογήθηκε, να το πούμε έτσι. Ζωγραφίζω από πάρα πολύ μικρός όπως όλα τα παιδιά. Απλά εγώ δεν το εγκατέλειψα ποτέ, το συνέχισα, το εξέλιξα. Εντάξει, ασφαλώς και είχα ταλέντο. Είχα μεγάλο support από τους γονείς μου στο να ασχοληθώ με τη ζωγραφική και αυτός ήταν ο στόχος μου και ο σκοπός μου, από πάρα πολύ μικρή ηλικία. Δηλαδή ήξερα τι θα κάνω στη ζωή μου από το δημοτικό. Όταν μου έλεγαν τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις, τους έλεγα «θέλω να γίνω ζωγράφος». Στο Λύκειο πια, ήταν δρομολογημένα όλα. Και έτσι έγινε. Έδωσα εισαγωγικές εξετάσεις  στην Καλών Τεχνών, πέρασα με τη δεύτερη στη Θεσσαλονίκη και με την τρίτη πέρασα στην Αθήνα, μέσα στους πρώτους δέκα. Στην πορεία προφανώς προέκυψε η ενασχόληση μου με τη μουσική.

Βεβαίως τη μουσική τη φλέρταρα ενεργά από το Λύκειο. Από τα σχολικά χρόνια είχα τη διάθεση για ένα Hip Hop συγκρότημα. Να ηχογραφώ, να γράφω στίχους, να πρήζω τους συμμαθητές μου να γίνουν μέλη, να κάνουμε τραγούδια, να γίνει ο χαμός. Είχε πολλή fun. Tar N Feathers είχα βαφτίσει το γκρουπ των λυκειακών μου χρόνων. Κάτω του ερασιτεχνικού, ασφαλώς. Ήταν τα πρώτα βήματα ενός πιτσιρίκου. Αλλά υπήρχε διάθεση, όρεξη. Ε, μετά στην πορεία γνώρισα το Δημήτρη Μεντζέλο, που είχε και αυτός την ίδια λαχτάρα και αγάπη για τη Hip Hop μουσική και για τη μουσική γενικότερα. Αυτό ήταν και το κοινό που μας έδεσε. Η αγάπη μας για τη μουσική, όχι μόνο για το hip-hop. Αλλά εντάξει, η αγάπη μας για το hip-hop ήταν ο λόγος που γνωριστήκαμε εξαρχής.

Οι Αδιάφθοροι, τα Ημισκούμπρια και το πιο «επαγγελματικό»

Τότε δεν υπήρχε πιο επαγγελματικό, υπήρχε απλά το να κάνουμε δουλειά σε studio. Αυτό δεν το βλέπαμε πιο επαγγελματικό, το βλέπαμε σαν το σωστό.  Επαγγελματικό δεν μπορείς να το πεις σε καμία περίπτωση. Ξέρεις γιατί δεν ήταν επαγγελματικό; Γιατί τότε στην εποχή μου, σε κάθε τάξη στο σχολείο, το ένα τρίτο των μαθητών ήταν μέλη σε μπάντες. Και όλοι προβάραν και ηχογραφούσαν σε στούντιο. Σε κάθε σχολείο υπήρχαν μέταλ, πανκ, ροκαμπίλι συγκροτήματα κτλ. Οπότε αυτό που κάνανε τα παιδιά στην ηλικία αυτή  -οι teenagers να ακούτε και έξω- ήτανε να πάνε σε ένα στούντιο να ηχογραφήσουν. Aυτό δε σημαίνει ότι ήταν επαγγελματικό, ήταν απλά το σωστό. Τέλος πάντων, αποφασίσαμε με όρεξη, να κάνουμε ένα συγκρότημα και να μπούμε σε studio. Ήμουν εγώ, ο Μεντζέλος, ο Πρύτανης και ένα άλλο παλικάρι και μετά από πολλές ώρες συνδιάσκεψης, αποφασίσαμε να αποκαλέσουμε το συγκρότημα «Αδιάφθοροι». Και φυσικά έπρεπε κι εμείς να είμαστε «by the book», να έχουμε ένα σοβαροφανή στίχο. Έπρεπε να λέμε κοινωνιολογικά, αλλά μασημένα και εύκολα για να τα καταλαβαίνουν όλοι και να έχουμε το respect των υπόλοιπων 10 που άκουγαν τότε Hip Hop στην Αθήνα. Το πώς φερόμαστε στην παρέα μας, το τι κάνουμε, το τι άτομα είμαστε, το τι χαρακτήρες είμαστε, ποια είναι η αλήθεια μας, αυτά δεν θα είχαν καμία σημασία, δεν θα έπαιζαν ρόλο. Τι λέει το «βιβλίο του hip hop»; Ε, Αυτό. Το πόσο γ******* η κοινωνία δηλαδή. Βέβαια, το πόσο γ******* η κοινωνία, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να το πεις και όχι μόνο «πω πω τι τραβάμε ρε αδερφάκι μου».

Όταν λοιπόν κάναμε αυτό το βήμα και βρεθήκαμε στο στούντιο σαν Αδιάφθοροι, φτιάξαμε με το ζόρι δύο αδιάφορα κομμάτια ενώ με τον Μεντζέλο στο σπίτι του, είχαμε φτιάξει 7 κασέτες Ημισκούμπρια. 60άρες παρακαλώ. Κάποια στιγμή κοιταζόμαστε με τον Μεντζέλο και λέμε: «Τώρα τι κάνουμε ακριβώς;» Δεν χρειαζόταν και πολύ για να καταλάβουμε ότι δεν θέλαμε να κάνουμε αυτό το πράγμα. Να το παίξουμε ότι είμαστε δήθεν σοβαρούλιδες. Γιατί βεβαίως ήμασταν πραγματικά σοβαροί και προβληματισμένοι. Ανέκαθεν. Δεν σε κάνει σοβαρό το τι θα λες για την κοινωνία σε επίπεδο καφενέ. Οπότε λέμε, δεν είναι λίγο μποζιά αυτό που κάνουμε; Διότι ήταν ξεκάθαρο πως δεν είχαμε καμία κάψα να ασχοληθούμε με ένα σχήμα σαν τους Αδιάφθορους. Και έτσι αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε στουντιακά τα Ημισκούμπρια, οfficial πια. Ουσιαστικά, τα «σπιτικά» Ημισκούμπρια, ήμασταν εγώ και ο Μεντζέλος. Αλλά επειδή Hip Hop συγκρότημα χωρίς Hip Hop DJ για μας ήταν αδιανόητο, είπαμε στον Πρύτανη: «Πρύτανη, η ιδέα μας είναι αυτή! Είσαι μέσα; - Είμαι μέσα». Και έτσι έγινε. 

(Το προφητικό Σπιτουλίνι Αραχτουλίνι του Μιθριδάτη)

30 χρονια επιτυχίες

Πριν την FM και πριν τα «30 Χρόνια Επιτυχίες», είχαμε πάει σε μία ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία η οποία λεγόταν «Τροχός», στην αρχή με τους Αδιάφθορους και αργότερα με το Ημισκουμπριακό demo, με δύο κομμάτια. Το «Ο Μοναχός» και «To Hip Hop Δεν Σταματά». Η συγκεκριμένη εταιρία είχε κυκλοφορήσει μερικές ανεξάρτητες παραγωγές, και την είχαμε προσεγγίσει, ελπίζοντας. Ακούει λοιπόν ο τύπος της δισκογραφικής το demo και μας λέει: «Παιδιά να σας πω; Εμένα μου άρεσαν πάρα πολύ οι Αδιάφθοροι. Αυτά που μου φέρατε τώρα εδώ -εννοώντας τα Ημισκούμπρια- θα σας προτείνω να μην τα συνεχίσετε γιατί δεν πρόκειται να κάνετε τίποτα». Το οποίο, τώρα το ακούς και ακούγεται σαν ανέκδοτο. Για αυτό το λόγο αυτή η εταιρεία εξαφανίστηκε, επειδή είχε τέτοια «καλή» αντίληψη. Δεν έκανε για κυνηγός ταλέντων ο άνθρωπος. Μετά προέκυψε η FM, στην οποία εργαζόταν A&R η Δέσποινα Κραουνάκη, η αδερφή του Σταμάτη και πραγματικά μπράβο της που είχε αυτή την οξυδέρκεια και με το που το άκουσε τα κομμάτια μας είπε «that's it». Με δύο κομμάτια, έτσι; Δεν πήγαμε δηλαδή ένα άλμπουμ και άκουσαν ολοκληρωμένη δουλειά. Ήταν φοβερό, δεν δυσκολευτήκαμε καθόλου. Αλλά εντάξει, ήμασταν κάτι το διαφορετικό και φαινόταν.

Πόσο «ξένοι» ένιωσαν όταν κυκλοφόρησε αυτός ο δίσκος;

Έχει ενδιαφέρον αυτή η ερώτηση, ξέρεις γιατί; Γιατί δεν το είχα σκεφτεί ποτέ ότι φαντάζαμε ξένοι, ενώ στην ουσία έτσι ήταν. Αλλά δεν το νιώθαμε εμείς έτσι να σου πω την αλήθεια. Πράγματι πολλές φορές είχαμε πει ότι ήμασταν μέσα στην Ελληνική δισκογραφία, σαν τη μύγα μες στο γάλα γιατί πολύ απλά δεν ταιριάζαμε πουθενά. Και σε μερικές περιπτώσεις, αυτό ήταν ένα μειονέκτημα. Για παράδειγμα, δεν είχαμε ποτέ υποστήριξη από το ραδιόφωνο. Θέλω να πιστεύω ότι ένας λόγος ήταν ότι δεν μπορούσαν να μας εντάξουν κάπου. Τα ραδιόφωνα χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: στο ξένο ρεπερτόριο και στο ελληνικό. Απ’ τη μία είχαμε ελληνικό στίχο, απαγορευτικό για τα ξένα ραδιόφωνα και είχαμε πολύ ξένο ήχο για τα ελληνικά. Οπότε ήταν πολύ μεγάλο πρόβλημα να μας εντάξουν κάπου. Αλλά, πώς να στο πω, δεν το είχαμε δει ποτέ, ανεξάρτητα αν ίσχυε, ότι ήμασταν ξένοι στο σύστημα. Θεωρούσα και θεωρώ ακόμα, πως πολύ απλά τους τα χαλάσαμε όλα. Και ισχύει.

Τα κάναμε όλα άνω-κάτω, όλα μπάχαλο. Δεν ήμασταν ούτε κάτι κάτι περιθωριακό. Ήμασταν παντού, μέσα σε όλα και ενοχλούσαμε με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο.  Μπήκαμε σε αυτό το σύστημα αλλά δεν θα μας αλλοίωνε. Ίσα-ίσα, το αντίθετο έγινε. Δεν ήταν ο σκοπός μας να μπούμε στο σύστημα για να το αλλάξουμε, απλά έγινε, δεν ήταν πλάνο. Ήρθαμε εμείς στην ελληνική δισκογραφία και φέραμε τα πάνω-κάτω. Και όχι μόνο στη δισκογραφία, γενικά στη σοουμπίζ. Είχαμε μία πρόταση σε όλα. Απ’ όπου και να το πιάσεις. Μουσικά δεν ήξεραν καν τι είναι αυτό που παίζουμε, γεια σας. Στιχουργικά, δεν το είχαν ακούσει ποτέ στη ζωή τους. Και ζήτημα αν καταλάβαιναν και τι λέγαμε. Σαν image, σαν εικόνα, από το διάστημα. Ναι μεν ήμασταν ξένοι, ναι μεν όλοι μας θέλανε λόγω επιτυχίας, αλλά δεν ήξεραν και πώς να μας αντιμετωπίσουν ούτε πώς να μας διαχειριστούν, είτε τα κανάλια, είτε οι δισκογραφικές. Δεν υπήρχε ένας να έρθει να μας πει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουμε. Και όχι γιατί δεν υπάρχουν τέτοια άτομα εκεί έξω, αλλά άκου να δεις, γιατί δεν ξέρανε. Δεν ξέρανε τι είναι αυτό που κάνουμε, τι βλέπουν και με τι έχουν να κάνουν.

7 δίσκοι, χρυσοί, πλατινένιοι, singles, παράλληλα projects και διαχρονικές επιτυχίες

Είμαι πάρα πολύ περήφανος για αυτό. Και θα μιλήσω σαν Μιθριδάτης. Νιώθω τρομερά περήφανος. Είναι ένα σπουδαίο έργο αυτό που έχουμε κάνει και το 'χω ξαναπεί αυτό. Kαλό, κακό, άσχημο, μέτριο για κάποιους; Είναι ένα έργο και πιστεύω είναι ένα πολύ σπουδαίο. Έχουν μεγαλώσει γενιές με την δουλειά μας, τα κατάλαβαν δεν τα κατάλαβαν, στο παιχνίδι είναι κι αυτό. Έχει το ενδιαφέρον του, το εκτίμησαν, δεν το εκτίμησαν. Επηρέασα ζωές ανθρώπων και πιστεύω ότι τις επηρέασαν προς το καλύτερο. Πιστεύω ότι με τα Ημισκούμπρια, πολλοί άνθρωποι έγιναν καλύτεροι. Και αυτό είναι έργο. Το ότι υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες κόπιες Ημισκουμπρίων σε σπίτια και σε οικογένειες, αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο έργο και κατόρθωμα. Οπότε για αυτό δε μου λένε πολλά άλλες μονάδες μέτρησης. Αυτό είναι σοβαρή μονάδα μέτρησης. Δεν θα μπω στη διαδικασία να μιλήσω για χρυσούς και πλατινένιους γιατί κι άλλοι έκαναν χρυσούς και πλατινένιους δε σημαίνει ότι έχουν κάνει σοβαρή δουλειά. Χρυσούς και πλατινένιους έχουν και κάτι Σφακιανάκηδες, δε λέει κάτι. Για τα Ημισκούμπρια όμως λέει, γιατί τα Ημισκούμπρια ήταν μια εναλλακτική μουσική πρόταση. Μια πρόταση που τότε σε αυτή τη χώρα που δεν ήταν το πιο εύκολο πράγμα να την περάσεις, πόσο μάλλον να κάνεις επιτυχία με αυτή. Όπως έχω πει πολλές φορές και θα συνεχίσω να το λέω μέχρι να ψοφολογήσω, το έργο μου εγώ το έχω κάνει, τη δουλειά μου εγώ την έκανα, εγώ είμαι full. Εγώ είμαι ΟΚ με τον εαυτό μου, με τη συνείδησή μου. 

Περί στίχων και ευφυΐας 

Εγώ πιστεύω ότι ακόμα και η τεράστια επιτυχία που έκαναν τα Ημισκούμπρια, οι διαχρονικές επιτυχίες όπως και όλες οι διακρίσεις, έγιναν κατά βάση για τους εντελώς λάθος λόγους. Όποτε θες να συζητήσουμε περί γενικής ευφυΐας εκεί έξω; Αφού ό,τι έγινε, έγινε για τον λάθος λόγο. Ξέρεις ποιο είναι το ζήτημα; Για λάθος ή για σωστούς λόγους, είχαμε απήχηση, τέλος. Αυτό για το σύστημα είναι ο μόνος λόγος που χρειάζεται. Το οποίο το βλέπουμε μέχρι και σήμερα, που υπάρχει μόνο η ποσότητα. Ποιότητα δεν υπάρχει ούτε για δείγμα. Μετράνε μόνο τα νούμερα και ας είναι και ψεύτικα. δεν μετράει κάτι άλλο. Παίζει ρόλο μόνο η εικόνα ακόμα και αν η εικόνα είναι εντελώς ψεύτικη, η εικόνα των αριθμών. Είμαι πάρα πολύ περήφανος και για μένα και για τα Ημισκούμπρια, να ξέρω πως κάθε προβολή στα video μας είναι αληθινή. Το έχει δει ένας πραγματικός άνθρωπος εκεί έξω.

Και να φανταστείς πως στο απόγειο της καριέρας μας, όχι απλά δεν υπήρχε YouTube, δεν υπήρχε internet. Τώρα δεν θα πω ότι όλα τα τρισεκατομμύρια views που υπάρχουν εκεί έξω είναι όλα ψεύτικα, αλλά εντάξει, για πολλά νέα παιδιά στον χώρο, η εξαπάτηση προφανώς είναι ο νέος τρόπος μάρκετινγκ, δυστυχώς. Ίσως να μην περνάει καν απ’ το μυαλό τους ότι κάνουν κάτι ανήθικο. Σου λέει, ότι είναι μέσα στο λογικό πλαίσιο του μάρκετινγκ σήμερα. Να πληρώνεις views, subscribers και followers. Πράγματα τα οποία για μένα είναι αστεία. Δεν δείχνουν τίποτα άλλο από την παρακμή που ζούμε, σε κάθε επίπεδο.

Προσωπικά σαν Μιθριδάτης, παρακολουθώ και υπολογίζω τις προβολές και τους followers που έχω. Αλλά δεν είναι τα στατιστικά αυτά που αξιολογούν την δουλειά μου. Για εμένα υπάρχουν άλλες μονάδες μέτρησης: οι πωλήσεις δίσκων. Θα μου πεις «γιατί;». Θα σου πω. Η μία προβολή, οι 10 προβολές, οι 100 εκατομμύρια προβολές, δε σημαίνει πως ο άλλος έδωσε τον οβολό του για να σε δει και να ακούσει το κομμάτι σου, φίλε. Ούτε θα δώσει τον οβολό του για να σε ακολουθήσει στο instagram, ούτε θα δώσει τον οβολό του για να σου κάνει like στο Facebook. Παιδιά, αυτά είναι τσαμπέ-ολέ. Με το τσάμπα κάνεις δεν είναι, ούτε έγινε fan. Ο άλλος πλήρωσε από την τσεπούλα του για να αγοράσει ένα album σου, ένα mp3 ή merchandise; Όχι. Αν πλήρωνε θα ήταν τότε σοβαρή μονάδα μέτρησης το «βιουζάκι». Το να κόψεις 3.000 εισιτήρια σε μία συναυλία σου, αυτό ναι, είναι μονάδα μέτρησης.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

A post shared by mithridatis (@mithridatis)

 

Ο Κύρης του Σπιτιού, η Παραλία και το Βουκολικό

Πιστεύω όλα μας τα κομμάτια μπορούν να προβληματίσουν, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Όλα είναι για προβληματισμό ή για σκέψη, αλλά για ποιους και πόσους; Εσύ μου λες τώρα για τον «Κύρη του σπιτιού» και πως είναι ένα πραγματικό έπος. Εσύ το λες, πόσοι το λένε; Σίγουρα τα Ημισκούμπρια έχουν επηρεάσει άπειρο κόσμο. Αλλά θα πω ένα κομμάτι, το οποίο είναι από τις διαχρονικότερες επιτυχίες των Ημισκουμπρίων: Η «Παραλία» για παράδειγμα. Είναι ένα κομμάτι το οποίο το ακούνε 180 χρόνια όλοι, όπου βρεθούν και όπου σταθούν. Πόσοι απ’ όλους αυτούς όμως έχουν καταλάβει τι λέμε; Η πλειοψηφία ξέρεις τι πιστεύει πως λέει το κομμάτι; Αυτό που λέει ο τίτλος και το ρεφρέν. Δηλαδή... «πάμε όλοι μαζί σε μία παραλία», που το νόημα του κομματιού εκφράζει ουσιαστικά το αντίθετο. Έχω ακούσει ότι είναι ο ύμνος του καλοκαιριού. Βασικά είναι το ξεφτιλίκι του ελληνικού καλοκαιριού. Αν καταλάβαιναν πραγματικά τι λέμε, το κομμάτι δεν θα είχε απήχηση. Ή αν το κομμάτι είχε τίτλο «Πόσο σκατά είναι η παραλία'», που αυτό λέει το κομμάτι, πάλι δεν θα έχει απήχηση. Άρα, ποιοι κατάλαβαν;

Κατάλαβε θες να μου πεις πολύς κοσμάκης το τι λέμε στο «Βουκολικό»; Θες να πιάσεις το «Βουκολικό» να το αναλύσεις λίγο; Εθνικός ύμνος θα μπορούσε να είναι, σατιρικά μιλώντας. Τι συζητάμε; Αλλά βέβαια, στο «Βουκολικό» έμειναν στα κλαρίνα, στη βλάχικη προφορά, στις φουστανέλες που φορούσαμε, σε αυτά. Στην επιφάνεια, στο περιτύλιγμα, στην εικόνα, στο τζερτζελέ. Ας ακούσουν λίγο το «Βουκολικό» σήμερα, το 2021 να δούμε, θα βρει κάποιος τον εαυτό του μέσα κι αν δεν τον βρει τον εαυτό του, θα πρέπει να τον προβληματίσει. Λέμε τώρα για τον «Κύρη του σπιτιού», βεβαίως και ο «Κύρης του σπιτιού», είναι όλη η ελληνική κοινωνία μέσα σε ένα κομμάτι 5 λεπτών. Και πόσα άλλα κομμάτια μας. Τα Ημισκούμπρια είχαν όλες τις θεματολογίες. Μιλούσαν για όλα, μιλούσαν για αυτό που μία ανθρώπινη, νορμάλ, φυσιολογική παρέα θα μπορούσε να μιλήσει έχοντας βγει έξω, τρώγοντας φιστίκια και πίνοντας 10 μπίρες. 

Τις παρέες που έχουν να πουν ένα θέμα ή δύο, δεν τις επιλέγω. Όπως επίσης και τα αντίστοιχα συγκροτήματα. Γιατί η ζωή δεν έχει ένα θέμα. Σαν άνθρωπος εσύ θα έκανες παρέα με κάποιον που σου λέει συνέχεια το ίδιο; Δεν θα τον έκανες παρέα, εκτός και αν ήσουν το ίδιο βαρετός μαζί του. Είναι σαν να βγαίνεις με έναν παλιό συμμαθητή ο οποίος σου λέει συνέχεια τις ίδιες ιστορίες από το στρατό. Θα βγεις μία θα βγεις δύο, δεν θα ξαναβγείς μαζί του. Οι άνθρωποι είμαστε πολυδιάστατοι. Θα έπρεπε να είμαστε, καλύτερα. Γιατί στην πλειοψηφία είναι όλοι μονοδιάστατοι. Είμαστε λοιπόν πολυδιάστατοι, έτσι ήταν και τα Ημισκούμπρια θεματολογικά. Θα πουν για το δημόσιο, για τον κύρη του σπιτιού, αλλά θα πουν και για τις διαπροσωπικές σχέσεις, θα πουν για γκομενικά. Τα γκομενικά είναι σε όλες τις ηλικίες και σε όλες τις παρέες πιάνουν ένα μεγάλο ποσοστό. Αυτές είναι οι σχέσεις των ανθρώπων. Θα το ακυρώσεις αυτό το θέμα ή θα το υποτιμήσεις;

Το ελληνικό hip hop και η trap

Δεν με αφορά. Δηλαδή για κάποιο λόγο εγώ πρέπει να ακολουθήσω αυτό το ρεύμα; Σαν ακροατής ή σαν δημιουργός; Είναι απλό παιδιά. Δεν κάνουμε πράγματα που δεν μας αρέσουν. Να βγω να πω τι για να το παίξω μοντέρνος; Πως ακούω, Lil Clown και Lil Bozo; Δεν με ενδιαφέρει. Πόσο μάλλον να με ενδιαφέρει τι γίνεται στην Ελλάδα με αυτό. Λες και άκουγα ποτέ στη ζωή μου ελληνικό hip hop. Το ότι κάνω ελληνικό hip hop επειδή είναι η γλώσσα μου και ο κόσμος που απευθύνομαι είναι Έλληνες, δε σημαίνει ότι ακούω ελληνικό hip hop. Γιατί βλέπω ότι υπάρχουν πάρα πολλοί που ενοχλούνται με αυτό που λέω. Ενοχλούνται επειδή δεν με αφορά, φαντάζομαι. Δηλαδή σώνει και καλά θα έπρεπε να ενδιαφέρομαι για κάποιο λόγο. Και μου κάνει εντύπωση που τους κάνει εντύπωση. Εγώ από το 1996, είμαι απ’ τους πρωτεργάτες του είδους, αυτός που το έκανε γνωστό το είδος σε αυτή τη χώρα και θα πρέπει εγώ να έχω άποψη για ποιον; Ας πούνε άλλοι την άποψη τους. Πολλοί ρωτούν: «πες μας την άποψή σου για τον...τάδε». Δεν θα σου πω την άποψή μου. Ρώτα τον τάδε την άποψή του για εμένα και μη μου την μεταφέρετε κιόλας. Εγώ θα έχω άποψη για αυτόν που βγήκε πριν από 6 μήνες; Δεν καταλαβαίνω αυτό το τρυπάκι που έχουν μπει όλοι.

Όταν με ρωτούν για την trap, είναι σαν να με ρωτάς την άποψή μου για τα γιουβαρλάκια. Ποια συνταγή μου αρέσει περισσότερο. Ξέρω ‘γω ρε φίλε, αν ήμουν σεφ μπορεί και να με ενδιέφερε να σου απαντήσω. Να πω την άποψή μου για τα πολιτικά, να πω την άποψή μου για κοινωνικά ζητήματα, να πω την άποψή μου για πράγματα που με απασχολούν. Και επίσης, για να πούμε και την καθαρή αλήθεια, δεν έχω προσωπικά  να χωρίσω τίποτα με τους trappers. Το βλέπω αυτό σαν τάση να επικρατεί παντού. Δηλαδή όλοι να τα βάλουμε με αυτούς. Να τα βάλουμε με όλα αυτά τα παιδιά που αυτό μπορούν, αυτό κάνουν. Ό,τι και να είναι. «Αυτοί φταίνε, οι χειρότεροι», ουρλιάζουν. Γιατί όλοι αυτοί που τους κατηγορούν είναι καλύτεροι; Δηλαδή όλοι αυτοί που είναι δήθεν «underground» και καλά και δηλώνουν πως παίζουν boom bap, ας πούμε είναι καλύτεροι; Το ίδιο δήθεν και φαντασιόπληκτοι είναι. 

Τι είναι underground και τι mainstream τελικά;

Πρέπει να καταλάβουμε ένα πράγμα. Τo underground σημαίνει κάτι συγκεκριμένο. Σημαίνει πως τη διανομή της δουλειάς μου, την αναλαμβάνω μόνος μου, χωρίς διαμεσολαβητή. Π.χ. έχω στο πορτμπαγκάζ 100 CD που έχω γράψει μόνος μου και πάω έξω από τα κλαμπ και τα δίνω χέρι-χέρι, όπως ήμουνα εγώ με τους Tar Ν Feathers στο Λύκειο. Αυτό σημαίνει underground διακίνηση και καλλιτέχνης. Θέλουμε να πιάσουμε λοιπόν τι έχει κυκλοφορήσει underground στην Ελλάδα; Μόνο η κασέτα του Mεντζέλου. Κάτι που κυκλοφόρησε από χέρι σε χέρι, χωρίς να το επιδιώξει ο ίδιος και χωρίς να εισπράξει από την διακίνηση ούτε μισή δραχμή. Γιατί την διακίνηση την έκανε ο ίδιος ο κόσμος. Μόνο αυτό είναι underground. Τώρα, η δουλειά σου κυκλοφορεί από εταιρεία; Ανεξάρτητη ή πολυεθνική; Tο προϊόν σου εκτυπώνεται κατά χιλιάδες; Δεν είσαι underground. Είσαι σε ράφια δισκάδικων; Δεν είσαι underground. Δίπλα στο CD των Ημισκουμπρίων είσαι, που πουλάνε 50.000 δίσκους. Επί ίσοις όροις παίζουμε μάνα μου, τι underground είσαι; Μαζί στο ίδιο ραφάκι δεν ήμασταν; Μόνο που εμείς πουλούσαμε και εσύ όχι. Τι; Δεν πούλαγες επειδή ήσουν underground;

Αν θυμάμαι καλά με τους πολλούς που αυτοπροσδιορίζονταν ως «underground» στις ίδιες εταιρείες ήμασταν και με τα ίδια δεδομένα και συμβόλαια. Κάποιοι ήταν και σε πολυεθνικές κιόλας. Να καταλάβουμε τι σημαίνει underground λοιπόν, γιατί αυτές τις βλακείες τις άκουγα από το ’90. Τι σημαίνει εμπορικό; Αυτό που πουλάει. Το «εμπορικό» και αντίστοιχα το «underground» δεν είναι η θεματολογία και στο ύφος ενός καλλιτέχνη. Δεν υπάρχει πιο λάθος απ’ το: «A, εγώ απευθύνομαι σε λίγους, άρα είμαι underground, εσύ απευθύνεσαι σε πολλούς, άρα εμπορικός». Ξέρεις, αυτά που λες μπορεί να απευθύνονται σε πολλούς χωρίς να λες παπαριές. Αυτοί λοιπόν το εμπορικό και το underground το εννοούν ποιοτικά. Και εδώ γελάμε, πέφτει το γέλιο το άπειρο. Τι σημαίνει εμπορικό και mainstream; Αυτό θα έλειπε το «Βουκολικό» για παράδειγμα, που λέγαμε πριν ή «Η Μπαλάντα του Ζήτουλα» να ήταν mainstream. Κάποιο site είχε γράψει και πρόσφατα κιόλας, ότι τα Ημισκούμπρια ήταν mainstream. Το «Βουκολικό» ήταν mainstream; Δηλαδή εμείς φτιάξαμε το Βουκολικό και είπαμε «καλά μιλάμε επιτυχιάρα, θα κάνουμε χρυσό». Λες και ακολουθήσαμε κάποια πεπατημένη ή κάποια συνταγή. Οι δίσκοι μας ήταν εμπορικοί λόγω μεγάλων αριθμών πωλήσεων και όχι περιεχομένου.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

A post shared by mithridatis (@mithridatis)

 

H μουσική σε καραντίνα

Είμαι πάρα πολύ ενοχλημένος με αυτό το πράγμα που έχει συμβεί με τους καλλιτέχνες, αυτή την περίοδο. Είμαι πάρα πολύ ενοχλημένος και επειδή εγώ «κλοτσάω» πολύ άσχημα σαν άνθρωπος αλλά και σαν καλλιτέχνης, δεν μπορεί εμένα να με βάλει σε καλούπι καμία πανδημία, καμία κυβέρνηση και κανένας κοσμάκης. Δεν θα προσαρμοστώ εγώ σε κουταμάρες. Αυτό το πράγμα που έχουν κάνει στους καλλιτέχνες είναι βάναυσο. Μας έχει απαγορευτεί να δουλεύουμε. Ήμασταν οι πρώτοι που μας έκλεισαν και οι τελευταίοι που θα ανοίξουν. Παρόλο που κάποιοι μέσα στο καλοκαίρι, προσπάθησαν να δουλέψουν κάτω από αυτούς τους αμείλικτους, μη ρεαλιστικούς και υλοποιήσιμους περιορισμούς για οποιαδήποτε καλλιτεχνική παραγωγή. Παρότι δεν υπήρχαν κρούσματα στους χορούς θεάματος, δεν έπαιξε τελικά κανένα ρόλο. Πάλι κλειδαμπάρι έγινε. Και δεν νοιάστηκε και κανένας. Για αυτό είμαι ενοχλημένος. Βεβαίως δεν υπήρχε κανένας στην καραντίνα που να την έβγαλε μέχρι και σήμερα μόνο χωρίς βιβλία, μουσική και Netflix. Στην καραντίνα όλοι το YouTube το τερματίσαμε. Ποιος συντρόφευσε αυτό το λαουτζίκο και το κάθε λαουτζίκο εκεί έξω; Η τέχνη. 

Δεν θέλουμε βοήθεια, αυτό έλειπε να θέλουμε και βοήθεια. Το δίκιο μας θέλουμε. Να εργαστούμε θέλουμε. Όταν μου απαγορεύεις να δουλέψω θα πρέπει να μεριμνήσεις για την επιβίωσή μου, μάγκα μου. Είναι υποχρέωσή σου, αν θέλεις να λέγεσαι σοβαρό κράτος. Δεν θα σε παρακαλάω κιόλας να μου το κάνεις και χάρη. Τι δεν καταλαβαίνουμε εδώ; Είσαι υποχρεωμένος από τη στιγμή που μου απαγορεύεις να ασκώ το επάγγελμά μου. Και είδαμε και πάρα πολύ ωραία πώς το αντιμετώπισε ο κοσμάκης, που ήταν στην π***** του. 

Τι σημαίνει μουσικός απ την άλλη; Νο1, είσαι επαγγελματίας; Είσαι ερασιτέχνης; Αν είσαι επαγγελματίας, θα πρέπει να σταματήσεις να παίζεις την κιθάρα σου στο Facebook. Έχεις σοβαρά θέματα, φαντάζομαι. Πώς θα ζήσεις είναι το major πρόβλημα σου. Τώρα αν είσαι ερασιτέχνης, σίγουρα είχες ή ακόμα και τώρα έχεις μια πρωινή «κανονική» δουλειά. Οπότε μιλάμε για δύο διαφορετικές συνθήκες εδώ. 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

A post shared by mithridatis (@mithridatis)

 

Tι κάνω εγώ σαν Μιθριδάτης; Όχι, εγώ δεν κάθομαι να γράφω κομμάτια για να περνάω δημιουργικά τον εγκλεισμό μου. Του τύπου «να παίζω την κιθάρα μου, να με δείτε πως την παίζω». Εγώ επίσης δεν θα κάνω live streaming. Ποιον κοροϊδεύουμε; Δεν μπορούμε να παίξουμε live; Δεν θα παίξουμε live. Πώς σας φαίνεται αυτό σαν η ιδέα; Ο λόγος που υπάρχει το live από καταβολής, είναι η άμεση επικοινωνία του καλλιτέχνη με τον κόσμο. Και εμείς τώρα θα το κάνουμε διαδικτυακά; Δηλαδή καταργούμε το ουσιαστικό λόγο που υπάρχει η ζωντανή εμφάνιση, το live, η συναυλία. Μου αρέσουν αυτοί, που σου κάνουν προτάσεις με ανεσίλα «γιατί δεν κάνεις ένα live streaming;». Για ποιο λόγο; Γιατί στο live μου το κανονικό δεν έχεις έρθει να πληρώσεις ένα εισιτήριο, θα με πληρώσεις να με δει στο διαδίκτυο; Να κάνω τι, να χορεύω μόνος μου σαν το μουρλό; Και γιατί να μην ανεβάσω κάτι βιντεάκια από τα live μου που έχω καβάντζα, να τα βάλω σε μία πλατφόρμα να πληρώνεις 1 ευρώ και να τα βλέπεις; Αραχτουλίνι. Πρέπει να είμαι εγώ εκεί να κάνω το Μπόζο και εσύ να είσαι στο σπίτι σου με την παντόφλα να με βλέπεις και να μιλάς με την γκόμενα, καθώς τρως μακαρόνια; Το live έχει μία συγκεκριμένη έννοια και υπόσταση και είναι ιερή.

Το ίδιο ισχύει και για τον κόσμο. Να έρθει να ακούσει τον καλλιτέχνη, να τον δει από κοντά, με μουσική με άπειρα ντεσιμπέλ, να βλέπει τα φώτα να αλλάζουν, να τον σκουντήξει ο άλλος, να μανουριάσει, να καμαρώσει, να μπεκρουλιάσει, να καπνίσει,  να γ******.  Αυτό είναι το live. Να περάσουμε όλοι καλά σαν άνθρωποι. Όταν δεν το κάνουμε αυτό, ε, τότε μιλάμε για live streaming.

Εγώ σαν Μιθριδάτης, θα φροντίσω να κάνω αυτό που δεν αλλοιώνει την τέχνη μου. Έχω έτοιμο κομμάτι από το Μάρτιο και δεν το έχω κυκλοφορήσει, επειδή θέλω να το οπτικοποιήσω με μια καλή παραγωγή. Πώς θα το γυρίσω το ρημάδι το videoclip με αυτές τις καταστάσεις και συνθήκες; Δεν μπορεί να βγει. Θα μείνει στο συρτάρι μέχρι να μπορεί να κυκλοφορήσει όπως του αρμόζει. Δεν μου επιτρέπει εμένα ή πανδημία και το κράτος; Δεν θα έχετε μουσική, δεν θα έχετε live, δεν θα έχει τέχνη. Θα έχετε αυτό, να βγαίνουν οι άλλοι και να παίζουν την κιθάρα τους στο Facebook όλη μέρα. Και ο άλλος να σου λέει για να με δεις να κάθομαι μόνος μου σε ένα τοίχο να τα λέω τα τραγούδια, πλήρωσε με 5 ευρώ. Και τα ευρώ αυτά που θα δώσεις, το ξέρετε και οι δύο ότι είναι οικονομική ενίσχυση στον καλλιτέχνη. Καθαρά και ξάστερα. Γιατί είπαμε, τίποτα από όλα αυτά που περιέγραψα πριν για τις συνθήκες και το νόημα ενός live, δεν θα ισχύουν. Και σου είπα μόνο την πλευρά του κοινού. Να σου πω την πλευρά του καλλιτέχνη; Θα δω τον κόσμο τίγκα, να πιάσω ένα χέρι, να μιλήσω, να δώσω το μικρόφωνο, να πω «σηκώστε τα χέρια σας ψηλά»; Εγώ αυτό θα το 'χω; Άρα, το όλο κόνσεπτ του live streaming είναι η οικονομική ενίσχυση. Εντάξει παιδιά, να δώσουμε έναν λογαριασμό και να βάλει μέσα ο καθένας ό,τι θέλει. Γιατί να κάνουν οι άνθρωποι τους κλόουν; Να σας δώκουν ένα IBAN, να βάλει όποιος θέλει τον οβολό του, να πάρει ο τραγουδιστής το βράδυ μια πίτσα. Ρε, δεν με χέζετε; Είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Δεν μπορεί να γίνει live; Δεν θα γίνει live. Πώς θα ζήσουμε; Πάντως όχι απ’ το live streaming.

Ο Μιθριδάτης σε καραντίνα

Κυκλοφόρησα το single: «Η Νύφη ReStiched & ReMonstred 2021». Ουσιαστικά ένα remake της Νύφης που είχα βγάλει το 2014. Και τώρα τον τελευταίο καιρό, γράφω ένα καινούργιο κομμάτι. Είχα σκοπό να μην ασχοληθώ με αυτό που βιώνουμε, αλλά τελικά θα ασχοληθώ. Είναι ένα κομμάτι με θέμα το τι βιώνουμε στην Covid εποχή. Δεν επικεντρώνεται αποκλείστηκα στην πανδημία, αλλά στα αποτελέσματα που φέρνει. Το πρόβλημα δεν είναι η πανδημία και ο κορονοϊός. Οι πρωταγωνιστές είναι το θεματάκι μας. Εμένα αυτό που με ενδιαφέρει είναι ο συμπεριφορισμός μας εν καιρώ πανδημίας. Η πανδημία είναι το φόντο. Πώς είναι στο «Walking Dead» τα ζόμπι που είναι ουσιαστικό το σκηνικό, το περιβάλλον; Η πλοκή είναι μεταξύ των ανθρώπων. Έτσι γίνεται και με την πανδημία. Το πρόβλημα είναι η πολιτική και κοινωνική διαχείριση. Είτε από την κυβέρνησή μας είτε από το λαό μας. Αυτό ετοιμάζω αυτή την στιγμή και πολύ σύντομα θα έχω την χαρά να το μοιραστώ μαζί σας.

Φωτογραφίες: Θάνος Λαΐνας

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα