Είναι τέλη Ιανουαρίου 2020. Η ζωή μας κυλά κανονικά. Γραφείο, deadlines, ταινιούλες σε σινεμά, άραγμα στο σπίτι γιατί έσκασε καλή σειρά στο Netflix, βόλτες σε μπαρ και εστιατόρια. Μια τόσο μακρινή κανονικότητα που από απόσταση μοιάζει η πιο ευτυχισμένη ζωή που είχαμε ποτέ.

Μια τέτοια βραδιά, γυρίζοντας σπίτι από το γραφείο ακούγεται ο γνωστός ήχος ειδοποίησης για μήνυμα σε chat. Οι κολλητοί που εκλιπαρούν για ένα ποτό στο αγαπημένο στέκι με την μεγάλη ξύλινη μπάρα, εκεί που πηγαίνουμε χωρίς κράτηση, μας ξέρει ο μπάρμαν με το μικρό μας όνομα και μας σερβίρει μόλις βγάλουμε τα μπουφάν το ουίσκι με λίγο πάγο, σκέτο. Εκεί, που ο χρόνος σταματά να τρέχει απειλητικά, δεν σκεφτόμαστε υποχρεώσεις,  λογαριασμούς που τρέχουν, το μήνυμα που έμεινε στο διαβάστηκε και όσα περιμένει από εμάς η κοπέλα μας, ο διευθυντής μας και η κοινωνία ολόκληρη. Εκεί, που μετά την πρώτη ανακουφιστική θεραπευτική γουλιά θα μαλώσουμε φιλικά για την Λίβερπουλ, το τέλος του Game of Thrones και θα σχολιάσουμε τη σουρεαλιστική πολιτική ζωή του τόπου μας.

Για τους κολλητούς ήταν ένα τυπικό Σάββατο, για εμένα ήταν Σάββατο με πολυώρα παρουσία σε μια μεγάλη εμπορική έκθεση, η οποία είχε κυλήσει με πολλά ραντεβού με υποψήφιος και υφιστάμενους πελάτες. Είχα περίπου ένα 8ώρο στη διάθεσή μου για να κάνω ένα μπάνιο, να φάω κάτι, να κοιμηθώ και την επόμενη μέρα να ξυπνήσω νωρίς ώστε να πάω ξανά στην έκθεση.

Σε αυτό το μήνυμά τους, όμως, δεν μπορούσα να απαντήσω αρνητικά. Κάπως ενοχικά, κάπως με παιδιάστικη ορμή να τους συναντήσω και να καθαρίσει λίγο το κεφάλι μου έβγαλα τη στολή εργασίας για να φορέσω ένα τζιν και ένα καρό πουκάμισο και να κατηφορίσω στο μπαρ που ήταν στην ιδανική απόσταση των 15 λεπτών περπάτημα από το σπίτι μου. Το ιερό αυτό μπαράκι μέσα στην στοά που μας έχει ανδρώσει. Εκεί που κέρασα Jack Daniel’s την παρέα στην αποφοίτησή μου, στην πρώτη μου προαγωγή και εκεί που με κέρασαν ένα για να πάει το φαρμάκι του χωρισμού κάτω όταν μου άφησε τα κλειδιά του σπιτιού μας με ένα σημείωμα στο τραπέζι της κουζίνας. Και με το που άνοιξα την πόρτα του μπαρ και τους αντίκρυσα να με περιμένουν, να μου γνέφουν χαμογελώντας ήξερα ότι πήρα την σωστή απόφαση, ήταν σαν το τρίποντο στη λήξη του αγώνα. Τα πρόσωπά τους είναι το ιερό δισκοπότηρο της ενηλικιώσης, δηλαδή αδελφικοί φίλοι που με ένα τηλεφώνημα μπορούν να σου σώσουν τη ζωή, μεταφορικά ή κυριολεκτικά. Και φυσικά εκείνο το πότο, γυρίζοντας πίσω, μετάτρεψε μια τυπική βραδινή έξοδο σε “make it count” ανάμνηση ζωής. Μαζί τους. Γιατί τους έχω ανάγκη και το πρώτο πράγμα που έκανα και πιθανότατα θα ξανακάνω μαζί τους μετά το lockdown, είναι το ποτό στο στέκι μας. Να ζητήσουμε τα Jack Daniel’s μας από τον μπάρμαν.

https://www.youtube.com/watch?v=ZB5eGVQcs6A

Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να περάσω για ένα γρήγορο ποτό και να επιστρέψω σπίτι για να ξεκουραστώ. Υπολόγιζα χωρίς τον παράγοντα μοίρα. Πολλά έχω ζήσει σε ένα μπαρ. Ο καθένας μας. Πόσοι όμως μπορείτε να πείτε ότι συναντήσατε την Έμμα Στόουν; Δεν χρειάστηκε να μάθω τι και πώς, είχα αναγνωρίσει ήδη τον άντρα που την συνόδευε. Ο Γιώργος Λάνθιμος πολύ πριν γίνει χολιγουντιανός σκηνοθέτης έπινε ποτό στο μπαρ αυτό. Ένας Αθηναίος που τιμούσε τους ναούς της πόλης του.

Η αλήθεια είναι ότι τον Λάνθιμο αναγνωρίσαμε. Και δεν ξέρω τι λέει αυτό για εμάς. Όταν όμως είδαμε τις κοπέλες ενθουσιασμένες να βγάζουν φωτογραφίες στο κινητό τους με μια μικροκαμωμένη κοκκινομάλλα, τότε καταλάβαμε τι συνέβαινε πραγματικά. Το μόνο που μετρούσε πραγματικά στο μυαλό μας ήταν να γνωρίσουμε την Έμμα Στόουν.

Αναλογιζόμενος εκείνο το βράδυ δεν μου λείπει τίποτα περισσότερο από μια τυπική βραδιά σε μια μπάρα με ένα ποτήρι Jack Daniel’s στο χέρι και τους δυο κολλητούς δίπλα να γράφουν ερωτικά ποιήματα σε χαρτοπετσέτες για την χολιγουντιανή ηθοποιό που πίστευαν ότι θα τους ερωτευόταν. Τα ραβασάκια ποτέ δεν έφτασαν στην παραλήπτρια τους. Η selfie μας στο κινητό μαζί της είναι καδραρισμένη σε τρια διαφορετικά σαλόνια στην Αθήνα. Και κάθε φορά που θα βλέπω το μήνυμα τους “πάμε για ένα ποτάκι”  θα ξέρω πόσο μετράει αυτό.  Αυτό το αναπάντεχο συνέβη το 2020 σε ένα μικρό θρυλικό μπαρ της Αθήνας. Και η ανάμνηση του με κάνει χαρούμενο.

Ο Δεκέμβρης είναι ο μήνας που καλώς ή κακώς κάνεις μια ανασκόπηση της χρονιάς. Τι πήγε καλά, τι πήγε εντελώς λάθος και ποιες είναι οι αναμνήσεις  που στον άτυπο αγώνα δημοφιλίας του μυαλού μου, μέτρησαν περισσότερο. Ο Γενάρης ήταν συνήθως ο πιο μουντός και βαρετός μήνας της χρονιάς, πριν συμβεί το 2020. Είχαμε βγει όλοι παραπάνω από όσο αντέχαμε τις γιορτές και ο μήνας περνούσε με μεγάλα resolutions για ένα καλύτερο μέλλον. Κι αν το δικό μου ήταν να γίνω ο υπάλληλος του μήνα, τελικά 11 μήνες μετά βλέπω – έχοντας συνηθίσει την τηλεργασία- πόσο άξιζε εκείνη η βραδιά με το Jack Daniel’s να μου γλυκαίνει το στόμα και τους κολλητούς να κάνουν high five επειδή θα λέγαμε την επόμενη μέρα στα κορίτσια και στους γνωστούς ότι “ήπιαμε” το ποτό μας δίπλα σε μια σταρ. Και στην τελική δεν μετράει τόσο ότι βρεθήκαμε κομπάρσοι στην βραδιά που η Έμμα Στόουν ήταν σε ένα μπαρ της Αθήνας. Η δική μας στιγμή “make it count”  ήταν ότι μέτρησε περισσότερο η ανάγκη μας να βρεθούμε, να πούμε δυο κουβέντες με ένα ποτό στο χέρι παρά στα τηλέφωνα και στα chat και να την θυμόμαστε σήμερα που συναντιόμαστε στα επίσημα zoom calls φορώντας πουκάμισο με φόρμες.