Διακοπές χωρίς διάβασμα είναι σαν τσίπουρο χωρίς μεζέ. Χαμένος χρόνος. Έτσι, όταν πριν από μερικά χρόνια, ένα καλοκαιράκι, κίνησα για τα Τζουμέρκα τα περήφανα διάλεξα δύο – τρία βιβλία για παρεάκι. Γύρω γύρω την Αθήνα και τα γαμάτα βιβλιοπωλεία της με το φρεντάκι στο χέρι για να βρω αυτό που χρειάζομαι.

Μέσα στο ψαχτήρι στην Πολιτεία και την Πρωτοπορία ξαφνικά βλέπω τον «Κάιν» το τελευταίο δημιούργημα του Ζοζέ Σαραμάγκου. Τον έβλεπα πρώτη φορά στη ζωή μου και ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι δε θα με ενδιέφερε σε καμία περίπτωση ένα βιβλίο που αναφέρεται σε ένα θρησκευτικό ζήτημα. Ή μήπως όχι;

Για κάποιο λόγο το αγόρασα και το διάβασα όλο στο ΚΤΕΛ μέχρι την Άρτα. Και αν δεν έχεις διαβάσει ποτέ Σαραμάγκου δε θα καταλάβεις πόσο μεγάλο επίτευγμα είναι αυτό, θα σου εξηγήσω ευθύς αμέσως.

Ο θείος Ζοζέ, αγαπητέ μου αναγνώστη, δεν την πάλευε στο σχολείο και αποφάσισε ότι θα γράφει όπως το έκανε στο δημοτικό. Δηλαδή: χωρίς παραγράφους και χωρίς σημεία στίξης πλην κόμματος και τελείας. Οπότε μοιραία δεν ξέρεις πότε υπάρχει διάλογος και γενικά νομίζεις ότι αυτό που διαβάζεις το έχει γράψει ένας βλαμμένος που απλά θέλει  να σου σπάσει τα καλαμπαλίκια και να σε οδηγήσει στο να κάψεις το βιβλίο του και να πας κάτω από το μαξιλάρι για να κλάψεις με την ησυχία σου.

 

Οπότε ή τον λατρεύεις ή λατρεύεις να τον μισείς. Εγώ κατέληξα σήμερα να έχω λατρέψει ό,τι έχει κυκλοφορήσει στα Ελληνικά ο Πορτογάλος και να περιμένω καρτερικά για να εκδοθεί κάτι καινούργιο που θα με κλείσει στο δωμάτιό μου για καμιά βδομάδα.

Κομμουνιστής, άθεος, προκλητικός και ιδιαίτερα ειρωνικός ο Σαραμάγκου αρεσκόταν στο να δημιουργεί καινούργιους κόσμους και να τους αφαιρεί τα χαρακτηριστικά που επιθυμεί. Όπως στην πιο γνωστή τριλογία του (“Περί τυφλότητας” – “Περί φωτίσεως” – “Περί θανάτου”) όπου διαδοχικά εξαφανίζονται: η όραση, η κομματική προτίμηση και η θάνατος (ναι δίνει στο θάνατο θηλυκά στοιχεία και τον παρουσιάζει ως μια πολύ όμορφη γυναίκα).

Ο υπεραπλουστευμένος τρόπος γραφής κάνει τα έργα του δύσκολα για τον αναγνώστη που αν όμως την παλέψει, τότε χάνεται με χαρά στο μαγικό του κόσμο. Στα όρια του φανταστικού, οι ιστορίες του χαρακτηρίζονται επίσης από την έλλειψη ονομάτων τα οποία αντικαθιστώνται από περιγραφές.

Δύο από τα έργα του έχουν μεταφερθεί και στη μεγάλη οθόνη. «Ο άνθρωπος αντίγραφο» και το «περί τυφλότητας». Έχω δει τη δεύτερη χωρίς να εντυπωσιαστώ μια που νομίζω πως ποτέ καμία ταινία δε θα είναι αντάξια του μυθιστορήματος από το οποίο προέρχεται.

Βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας ο Σαραμάγκου είναι ίσως ο πιο ανατρεπτικός συγγραφέας των τελευταίων πενήντα ετών και είναι σίγουρα αυτός που έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη οργή της καθολικής εκκλησίας, ειδικά μετά τη δημοσίευση του συγκλονιστικού «Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο» που φέρνει τα πάνω κάτω και βλέπει τα γεγονότα της Βίβλου από την οπτική του ίδιου του Χριστού.

Απεβίωσε το 2010, στο νησί Λανθαρότε των Κανάριων Νήσων της Ισπανίας όπου είχε μετακομίσει διαμαρτυρόμενος προς τη συντηρητική κυβέρνηση της Πορτογαλίας η οποία του είχε απαγορεύσει να είναι υποψήφιος για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας. Σύμφωνα με το σκεπτικό τους ήταν πολύ εριστικός και προσέβαλλε τα χριστιανική ήθη. Γι’αυτό κι εκείνος πήρε σαφή θέση εναντίον τους (όντας και ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Πορτογαλίας) γράφοντας τα εξής: 

«Ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων, ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη, παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό. Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου… Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε».