Η Κέιτ Γκλάνβιλ δεν είχε άλλη επιλογή από το να αφηγηθεί την ιστορία της –η οικονομική κατάστασή της είναι τέτοια που και η τελευταία πένα είναι χρήσιμη. Δυστυχώς, το σπίτι στο οποίο κατοικεί έως και σήμερα αφαίμαξε τον οικογενειακό προϋπολογισμό και τελικά διέλυσε την οικογένειά της. Όμως, έως αυτό να πουληθεί –το For Sale έχει αναρτηθεί ήδη στον περίβολο- και τα έσοδα καταλήξουν στις τσέπες των τέως συντρόφων, η ίδια και τα τρία παιδιά της δεν είναι ελεύθεροι να κάνουν μια νέα αρχή στη ζωή τους. Το σπίτι που… έκλεισε το σπίτι τους συνεχίζει να καθορίζει τη ζωή τους.

Η ιστορία που η Κέιτ Γκλάνβιλ διηγείται στο αυτοβιογραφικό «A Perfect Home» (εκδ. Accent Press) ξεκίνησε το 1996. Τότε, εκείνη και ο άντρας της, Ντάνκαν, αποφάσισαν να διαθέσουν ό,τι λεφτά είχαν για να αγοράσουν ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι σε μια ειδυλλιακή περιοχή της Ουαλίας. Οι δυο τους ήταν 27 χρονών, είχαν αγανακτήσει από τα άθλια και μουντά διαμερίσματα τα οποία νοίκιαζαν έως τότε και ήθελαν να φτιάξουν τη ζωή τους κοντά στη φύση. Οι οικονομικές δυνατότητές τους ήταν περιορισμένες και η άγνοιά τους όσον αφορά στις οικοδομικές εργασίες κολοσσιαία, όμως εκείνοι είχαν εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους και πίστευαν ότι εκεί θα μπορούσαν να βρουν χώρο για να στήσουν το δικό τους στούντιο κεραμικής και να «κυνηγήσουν» το όνειρό τους.

 

Το πρώτο βράδυ στο νέο σπίτι έβαλε στον πάγο πολλές από τις προσδοκίες τους. Το σπίτι είχε τρύπια στέγη, δάπεδο από χώμα (καμουφλαρισμένο για τους αφελείς), παράθυρα που δεν έκλειναν, απαρχαιωμένη καλωδίωση που χρειάζονταν επειγόντως αλλαγή και δεν είχε αποχέτευση. Επίσης, κατοικούνταν από ορδές ποντικών.

Η ζωή του ζεύγους το επόμενο διάστημα ήταν μια διαρκής περιπέτεια. Οπλισμένος με ένα βιβλίο για επισκευές do it yourself ο Ντάνκαν προσπαθούσε να κάνει το ερείπιο κατοικήσιμο. Όμως, ακόμα και δουλεύοντας μόνος του, οι επισκευές είχαν έξοδα τα οποία δυσχέραιναν την ούτς ή άλλως δυσχερή οικονομική θέση τους. Και φυσικά δεν τους έμενε χρόνος για δουλειά. Δουλειά που να αποφέρει λεφτά.
 


Το ερείπιο έγινε πρώτα κατοικήσιμο –τους πήρε τρία–τέσσερα χρόνια- όμως το αρνητικό πρόσημο στον λογαριασμό τους στην τράπεζα ήτα διαρκής πηγή άγχους. Στη συνέχεια το ζευγάρι απέκτησε το πρώτο παιδί του. Ο Ντάνκαν, για να αυξήσει το εισόδημα της οικογένειας, δέχτηκε μια δουλειά σε ένα πανεπιστήμιο αρκετά χιλιόμετρα μακριά και άρχισε να επιστρέφει στο σπίτι τα σαββατοκύριακα. Όμως τα σαββατοκύριακα, αντί να τα αφιερώνει στην οικογένειά του, ο Ντάνκαν συνέχιζε τις βελτιώσεις στο σπίτι. Οι επισκευές και οι κατασκευές του είχαν γίνει μανία.

 


Το σπίτι μεταμορφώθηκε σε βαθμό που φιλοξενήθηκε στα σελίδες των πιο «έγκριτων» περιοδικών διακόσμησης. Όμως εκείνος συνέχιζε. Και μαζί συνεχίζονταν και η οικονομική αφαίμαξη. Η οικογένεια, που είχε εμπλουτιστεί με δύο ακόμα παιδιά, δεν πήγαινε διακοπές διότι το κόστος των βελτιώσεων δεν επέτρεπε τέτοιες πολυτέλειες. Και –το κερασάκι στην τούρτα- ο Ντάνκαν άρχισε να παρατηρεί και την παραμικρή φθορά που προκαλούσαν τα παιδιά, ένα σημάδι στον τοίχο, μια χαρακιά στον πάγκο της κουζίνας, και να γίνεται έξαλλος.


Η μοναδική λύση στο τέλος ήταν το διαζύγιο και η πώληση του σπιτιού. Το πρώτο ολοκληρώθηκε, το δεύτερο δρομολογήθηκε. Το βιβλίο της Κέιτ είναι το μόνο «θετικό» που προέκυψε από την εικοσαετή περιπέτεια του έγγαμου βίου, εκτός βέβαια από τα παιδιά. Η Κέιτ είχε πάντα τη μύγα να γίνει συγγραφέας και, έστω και με καθυστέρηση, έστω και με διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που είχε ονειρευτεί, τελικά τα κατάφερε.

Αυτά για να μαθαίνουν οι γυναίκες που παραπονιούνται ότι ο άντρας τους δεν ξέρει ούτε καρφί να καρφώσει.