Η περίφημη έκθεση της αμερικανικής Γερουσίας που είδε χτες το φως της δημοσιότητας προκαλώντας σάλο για τις πρακτικές της CIA και τους βασανισμούς υπόπτων για τρομοκρατία, φέρνει ξανά στο προσκήνιο τον πρώην πράκτορα Τζον Κυριάκου. Έναν Ελληνοαμερικανό, από τα ικανότερα στελέχη της υπηρεσίας, που πλήρωσε πολύ ακριβά τα αποκαλυπτήρια ενός «συναδέλφου» του σε δημοσιογράφο, προκαλώντας το εκδικητικό μένος των ανωτέρων του.

Αυτό τον καιρό ο Κυριάκου μετράει μέρες για την αποφυλάκισή του από τις φυλακές του Λορέτο, όπου οδηγήθηκε μετά την καταδίκη του για αποκάλυψη απόρρητων πληροφοριών.

Η ζωή του είναι ένα κατασκοπευτικό θρίλερ, από τα πιο συναρπαστικά των τελευταίων δεκαετιών, επειδή ο Τζον -ή Γιάννης Κυριάκου- δεν είναι απλά ένας κατάσκοπος που βγήκε από το κρύο, αποκαλύπτοντας συγκλονιστικά περιστατικά από τις μέρες του στην CIA, όπως τη σύλληψη του Νο 3 της Αλ Κάιντα, Αμπού Ζουμπάιντα στο Πακιστάν. Έχοντας ως μέντορά του τον θρυλικό Γκαστ Αβράκοτο, έδρασε για χρόνια στην Αθήνα, μπήκε στο στόχαστρο της 17Ν και ήταν λίγα μέτρα πιο μπροστά από το αυτοκίνητο του Στέφεν Σόντερς, το πρωινό που ο Βρετανός ταξίαρχος εκτελέστηκε από την τρομοκρατική οργάνωση στην Κηφισίας.

Στο βιβλίο του «Ο απρόθυμος κατάσκοπος» -το οποίο λογοκρίθηκε από την CIA πριν πάρει το δρόμο για το τυπογραφείο- ο Κυριάκου περιγράφει τη δράση του στην Αθήνα, που περιελάμβανε ανακρίσεις Αράβων σε πάρκα, στρατολογήσεις αξιωματούχων και παραλίγο εμπλοκή με κλέφτη σε κεντρική λεωφόρο της πρωτεύουσας. Επίσης αναφέρει άγνωστα περιστατικά από την επίσκεψη Κλίντον στην Αθήνα, όπως την οργισμένη αντίδραση της τότε πανίσχυρης υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μαντλίν Ολμπράιτ για τους Έλληνες και την παγερή Χίλαρι Κλίντον, που βίωνε το σκάνδαλο Λεβίνσκι.

 

 

Ο διπλός πράκτορας της Αθήνας

Η καριέρα του Κυριάκου στη CIA ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1988, λίγο μετά το τέλος των σπουδών του που είχαν αντικείμενο τη Μέση Ανατολή, μετά από παρότρυνση ενός καθηγητή του. Πέρασε από όλα τα τεστ αλλά χρειάστηκε να περιμένει μέχρι τις 8 Ιανουαρίου του 1990 για να περάσει την είσοδο του στρατηγείου της υπηρεσίας στο Λάνγκλεϊ της Βιρτζίνια ως αναλυτής πληροφοριών.

Θα μάθει να μιλάει τέλεια αραβικά και οχτώ χρόνια αργότερα θα εκπαιδευτεί στην περίφημη «Φάρμα» της CIA σε ότι έχει να κάνει με την τρομοκρατία, των χειρισμό των όπλων, την οδήγηση υπό παρακολούθηση και φυσικά την στρατολόγηση πρακτόρων η τρομοκρατών.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1999 ο Κυριάκου μετατίθεται στην Αθήνα ως στέλεχος του αντιτρομοκρατικού κλιμακίου της CIA στην πρεσβεία των ΗΠΑ. Μαζί του μετακομίζουν η γυναίκα του Τζο-Ανν και οι δύο γιοι του, Χρήστος και Κώστας.

Θα πιάσει δουλειά από την πρώτη κιόλας μέρα, πριν καν εγκατασταθεί στο νέο του σπίτι, ανακρίνοντας έναν Άραβα, ο οποίος υποστήριζε ότι ανήκε σε τρομοκρατική οργάνωση που τον είχε στείλει στην Αθήνα για να χτυπήσει αμερικάνικους στόχους. Ο Κυριάκου του λέει να φύγει και του δίνει ραντεβού την επόμενη μέρα στις πέντε τα ξημερώματα σε κάποιο δρόμο της Αθήνας. «Αν δεν είσαι εκεί» του λέει «μην κάνεις τον κόπο να ξαναέρθεις στην πρεσβεία». Ο Άραβας όμως είναι συνεπής στο ραντεβού του. Για τις επόμενες τρεις μέρες συναντιέται  με τον Κυριάκου όμως η «ανάκριση» δεν βγάζει πουθενά, αφού κάθε φορά λέει και μια διαφορετική ιστορία. Την τελευταία μέρα, σε ένα απομακρυσμένο πάρκο της πρωτεύουσας ένας πράκτορας από την ομάδα του Ελληνοαμερικάνου δεν αντέχει τα παραμύθια του Άραβα, βγάζει το πιστόλι του και το κολλάει στη μύτη του. «Βαρεθήκαμε τα παιχνίδια. Τι θέλεις από μας;» τον ρωτάει και ο Κυριάκου μεταφράζει στα Αραβικά, πριν τον διακόψει ο τρομοκράτης απαντώντας σε άπταιστα αγγλικά: «Υποθέτω ότι κάπου εδώ τελειώνει η μεταξύ μας σχέση». Εκείνος τους εξηγεί τον ρόλο του ως διπλού πράκτορα, που επιζητά την αποδοχή των Αμερικανών, πριν οι τελευταίοι τον αφήσουν σε εκείνο το έρημο Αθηναϊκό πάρκο.

 

Κυνηγητό στην Κηφισίας

Λίγες μέρες αργότερα, όταν ο Ελληνοαμερικάνος πράκτορας μετακομίζει από το διαμέρισμα που μένει προσωρινά μαζί με την οικογένειά του στο σπίτι που τού νοικιάζει η πρεσβεία, βιώνει μια εξαιρετικά δυσάρεστη κατάσταση. Για λόγους ασφαλείας, οδηγεί μόνος του μια θωρακισμένη BMW 540, ενώ η γυναίκα του και τα παιδιά του μετακινούνται με άλλο αυτοκίνητο.

«Όπως έστριψα στην Κηφισίας» γράφει «πρόσεξα ένα μοτοσικλετιστή να είναι συνέχεια δίπλα μου στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου. Κάθε φορά που γύρναγα το κεφάλι μου για να τον δω μείωνε ταχύτητα και έμενε πίσω ενώ μόλις ξανακοιτούσα μπροστά πλησίαζε πάλι». Ο Τζον επικοινωνεί με τη σύζυγό του και της λέει να επιστρέψει πίσω, τονίζοντας της ότι θα προσπαθήσει να τον ξεφορτωθεί. Οι αισθήσεις του είναι σε εκρήγορση και νομίζει ότι ο μοτοσικλετιστής τον παρακολουθεί στο πλαίσιο μιας επιχείρησης με στόχο τον ίδιο. Προσπαθεί ακόμα και να τον χτυπήσει, αλλά ο άγνωστος έχει φοβερά αντανακλαστικά, ενώ το θέαμα αυτού του περίεργου κυνηγητού έχει γίνει αντιληπτό.

Από την Κηφισίας και τον περιφερειακό του Καρέα, τα δύο οχήματα φτάνουν στα νότια προάστια. Σε ένα κόκκινο φανάρι, ο Κυριάκου βρίσκεται εγκλωβισμένος με αυτοκίνητα δεξιά, μπροστά και πίσω του. Ο μοτοσικλετιστής κατεβαίνει και του φωνάζει να βγει από το αυτοκίνητο ενώ ο πράκτορας της CIA έχει ήδη βγάλει το όπλο του και τον σημαδεύει. Ο μασκοφόρος γελάει, του λέει «δεν σε φοβάμαι» και βγάζει κι αυτός πιστόλι, τη στιγμή που το φανάρι γίνεται πράσινο και ο Κυριάκου επιλέγει να πατήσει το γκάζι, να χτυπήσει τη μοτοσικλέτα και να φύγει. Αν πυροβολούσε, η καριέρα του σαν μυστικός πράκτορας θα είχε τελειώσει με τα αποκαλυπτήριά του και την μετάθεσή του στην Αμερική.

Από εκείνη την ημέρα, και παρόλο που ο μοτοσικλετιστής δεν βρέθηκε ποτέ, ο Κυριάκου ζούσε με την σκέψη μιας απόπειρας εναντίον του.

 

Η Ολμπράιτ της οργής και η εκνευρισμένη Χίλαρι

Μπορεί η αποστολή του στην Αθήνα να είχε να κάνει με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, όμως στη διάρκεια της επίσκεψης του προέδρου Κλίντον στην Αθήνα, ο οποίος αφίχθη στις 19 Νοεμβρίου του 1999, ο Κυριάκου είχε έναν τελείως διαφορετικό ρόλο. Κλήθηκε να κρατήσει σημειώσεις στην συνάντηση του πλανητάρχη με τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη και των επιτελείων τους, σε μια συζήτηση για διάφορα θέματα.

Ανάμεσα τους και αυτό της συνεργασίας στην καταπολέμηση της  τρομοκρατίας, το οποίο όμως δεν κατέληξε θετικά για την αμερικάνικη πλευρά προκαλώντας την οργή της υπουργού εξωτερικών Μαντλίν Ολμπράιτ. «Αυτοί οι Έλληνες είναι απαίσιοι άνθρωποι» είπε οργισμένη απευθυνόμενη στον Αμερικανό πρεσβευτή στην Αθήνα Νίκολας Μπερνς και συνέχισε: «Δεν ξέρω πως μπορείς και ζεις εδώ».

Βγαίνοντας από το δωμάτιο, οι δύο αξιωματούχοι αφήνουν τον Κυριάκου μόνο του με τον Μπιλ Κλίντον. «Ήμουνα τέσσερα μέτρα μακριά του όταν άνοιξε η πόρτα του ασανσέρ και βγήκαν η Χίλαρι με την Τσέλσι. Όπως τον πλησίασαν ο πρόεδρος άνοιξε κουβέντα για το πόσο καλά είχαν περάσει κατά την πρωινή επίσκεψή τους στον Παρθενώνα. Η Χίλαρι δεν φαινόταν ευτυχισμένη και όταν ο σύζυγός της ξαναρώτησε για την Ακρόπολη αυτή ξέσπασε: «Για όνομα του Θεού Μπιλ, έβρεχε όλη μέρα! Θα είμαι στο δωμάτιό μου» ήταν η τελευταία της ατάκα».

Όπως τονίζει ο Κυριάκου στο βιβλίο του ο πρόεδρος πάγωσε, δάγκωσε τα χείλη του και γυρνώντας προς τον Ελληνοαμερικάνο πράκτορα είπε: «Στο διάολο! Πάμε να φύγουμε από ‘δω».

 

 

Η φυγάδευση από την Αθήνα

Μπορεί να ήταν πράκτορας της CIA, αλλά ο Γιάννης Κυριάκου είχε και μια προσωπική ζωή, η οποία, μετά την μετάθεσή του στην Αθήνα, πήρε την κάτω βόλτα. Τα άστατα ωράρια και οι νυχτερινές επιχειρήσεις οδήγησαν γρήγορα τη γυναίκα του, Τζο Αν, στο να πιστέψει ότι ο άντρας της διατηρούσε κρυφό δεσμό. Παρά τις διαβεβαιώσεις του για το αντίθετο, δεν τον πίστεψε και μετά από μερικούς μήνες ερωτεύτηκε έναν Έλληνα.

Για να το αντιληφθεί, χρειάστηκαν οι παρατηρήσεις ενός από τους δύο Έλληνες αστυνομικούς που φυλούσαν την κατοικία του και η αθωότητα του μεγαλύτερου γιου του Χρήστου, ο οποίος βλέποντας τον να ξυρίζεται ένα πρωινό τον Απρίλιο του 2000 είπε: «Μπαμπά, είπα στη μαμά ότι δεν πρέπει να φιλάει τον θείο Στέλιο στα χείλη. Μόνο εσένα πρέπει να φιλάει». Ο Ελληνοαμερικάνος έμεινε άφωνος, διατήρησε όμως την ψυχραιμία του, πήγε στο σαλόνι και ρώτησε τη γυναίκα του ποιος είναι ο Στέλιος. Αυτή αρνήθηκε αρχικά τα πάντα και ο Κυριάκου έφυγε βράζοντας μέσα του.

Θα ξεσπάσει λίγες ώρες αργότερα, όταν η Τζο Αν θα τρακάρει με έναν Έλληνα. Ο Κυριάκου ειδοποιείται και, μαζί με τους δύο Έλληνες αστυνομικούς, πηγαίνει να δει τι έχει συμβεί. Ο υπαίτιος του ατυχήματος δηλώνει ότι δεν φταίει, οι τόνοι ανεβαίνουν και, όταν αποκαλεί τη σύζυγό του πουτ£©*α, ο πράκτορας χάνει τον έλεγχο, τον ρίχνει κάτω, πιάνει το κεφάλι του και το χτυπάει στο πεζοδρόμιο.Χρειάστηκε να επέμβουν άμεσα οι συνοδοί του για να γλιτώσει ο άτυχος φταίχτης, ενώ η καριέρα του Κυριάκου σαν επιχειρησιακού πράκτορας λίγο έλειψε να τελειώσει εκείνη τη μέρα.

Στο αστυνομικό τμήμα όπου μεταφέρθηκαν δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις, όμως ο τότε πρέσβης Νίκολας Μπερνς ήταν έξαλλος και απαιτούσε να φύγει ο Κυριάκου την επομένη κι όλας μέρα από την Ελλάδα. Έμεινε, μόνο αφού διασφαλίστηκε ότι το γεγονός θα έμενε κρυφό από τα ελληνικά ΜΜΕ -όχι για πολύ όμως.

Η δεύτερη προκύρηξη της 17 Νοέμβρη για τη δολοφονία του Βρετανού ταξίαρχου Στέφεν Σόντερς στην λεωφόρο Κηφισίας, αποδείχτηκε καταλυτική για την φυγή του από την Αθήνα, αφού οι τρομοκράτες τον «φωτογράφιζαν» αναφέροντας συγκεκριμένα: «Την στιγμή της επιχείρησης, στο αμέσως μπροστινό φανάρι ήταν μποτιλιαρισμένος Aμερικάνος οπλισμένος μεγαλοπράκτορας της CIA…».

Ο Κυριάκου ήταν όντως εκείνη τη στιγμή στην Κηφισίας, αν και στο βιβλίο του γράφει ότι βρισκόταν κάποιες εκατοντάδες μέτρα πίσω. Έφυγε την επόμενη μέρα για τις ΗΠΑ και λίγους μήνες αργότερα έλαβε ένα e-mail από έναν συνάδελφό του που έμενε πλέον στο σπίτι που είχε αφήσει στην Αθήνα. Τον ρώταγε αν είχε παρατηρήσει ποτέ ένα κόκκινο Τογιότα έξω από την κατοικία του. Ο Κυριάκου απάντησε αρνητικά και σε επικοινωνία που είχε με τον συνάδελφό του αυτός του αποκάλυψε ότι το αυτοκίνητο είχε κλεμμένες πινακίδες.

Χρειάστηκε να περάσουν κάποιες εβδομάδες και η τακτοποίηση οικογενειακών φωτογραφιών για να διαπιστώσει ο ίδιος την αλήθεια. «Σε μια από αυτές η μητέρα μου μαζί με τους γιους μου στέκονταν έξω από το σπίτι μας στην Αθήνα. Πίσω τους ήταν ένα κόκκινο Τογιότα με έναν άνδρα που καθόταν μέσα κοιτώντας τον ‘στόχο’ του να τραβάει αναμνηστικές φωτογραφίες, ένα ηλιόλουστο απόγευμα».