Ένας από τους πιο χαρισματικούς, αλλά και αυτοκαταστροφικούς ποδοσφαιριστές που πέρασαν από τον Παναθηναϊκό είναι ο Ιγκόρ Σιπνιέφσκι. Ο Πολωνός επιθετικός κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του, με τίτλο “Συγκλονισμένος” που πραγματικά σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Για να μην πολυλογούμε, περνάμε στο ψητό:


Για τη μάχη στο Ολντ Τράφορντ το 2000 και τι προηγήθηκε

“Άνοιξα τα μάτια μου (σ.σ. από το προηγούμενο βράδυ) και για μερικές στιγμές αναρωτιόμουν που ήμουν. Ο πονοκέφαλος υποδήλωνε ξεκάθαρα ότι λίγες ώρες πριν είχα πιει μία-δυο μπύρες, αλλά το δωμάτιο στο οποίο κειτόμουν ήταν θεοσκότεινο. Ο πονοκέφαλος δεν ήταν τόσο δυνατός, αλλά ήταν εκεί για πολλή ώρα. Στο μυαλό μου έρχονταν διάφορες σκηνές χωρίς λογική σειρά, αλλά αυτό ήταν κάτι σύνηθες για μένα.

Ο υπάλληλος μου έφερε τις μπύρες και μου μίλησε για λίγο. Με κοιτούσε εντυπωσιασμένος και ρωτούσε πως είναι να παίζεις στο Champions League, πως νιώθω που θα έπαιζα σε λίγο στο Θέατρο των Ονείρων (σ.σ. το Old Trafford). Καλώς… Του απάντησα ότι δεν έβλεπα την ώρα να παίξω. Άρχισα να πίνω και του εξηγούσα ότι, κατά τη γνώμη μου, ο Μπέκαμ δεν ήταν κάποιος σπουδαίος και απλώς το έπαιζε ιστορία. Σίγουρα, θα αναρωτήθηκε όσο και εγώ, όταν άκουσε ότι άρχιζα στην ενδεκάδα και μάλιστα έπαιζα αντίπαλος με τον Μπέκαμ στον αγωνιστικό χώρο”.


Το ουίσκι και το μεθύσι στην Ιταλία

Το 2002 ο Σιπνιέφσκι πήρε μεταγραφή στη Βίσλα Κρακοβίας. Λέει για την καλοκαιρινή προετοιμασία, όταν μέθυσε με τους συμπαίκτες του Ματσέι Ζουράφσκι και Καμίλ Κοσόφσκι και ο προπονητής, Φράντισεκ Σμούντα τους πήρε χαμπάρι:

“Μία ημέρα ο Σμούντα μας επέτρεψε να επισκεφτούμε την πόλη. Το απόγευμα οι τρεις μας πήγαμε, αλλά γυρίσαμε γρήγορα, γιατί διαπιστώσαμε ότι απήχαμε πολύ από το κέντρο. Πήγαμε στα αποδυτήρια μας, γιατί ο Ζουράφσκι είχε βάλει στον καταψύκτη ένα μπουκάλι ουίσκι, το είχε αγοράσει στο αεροδρόμιο. Δεν ήταν ένα συνηθισμένο Johnnie Walker και ας κόστιζε πολλά λεφτά. Ήταν απίστευτα δυνατό και μύριζε άσχημα, αλλά εμείς το ήπιαμε σε μικρά ποτήρια.


Δεν μου άρεσε το ουίσκι, αλλά δεν το βρήκα σωστό να αρνηθώ την πρόσκληση. Καθίσαμε στο δωμάτιο, λέγαμε ιστορίες, γελούσαμε. Όμως κάναμε φασαρία και μας άκουσε ο Σμούντα, ο οποίος εισέβαλε στο δωμάτιο και άρχισε να ουρλιάζει ότι θα μας στείλει στα σπίτια μας. Άρχισε να ψάχνει το δωμάτιο. Φώναζε που είναι το μπουκάλι. Έψαχνε στα σκουπίδια, κάτω από το κρεβάτι, στη ντουλάπα, μέσα στην τηλεόραση. Θα ξήλωνε το πάτωμα αν μπορούσε. Μας απείλησε ότι θα καλέσει την Αστυνομία να μας κάνει αλκοτέστ!

Ο καταψύκτης ήταν το μόνο μέρος που ο Σμούντα δεν σκέφτηκε να ψάξει, δεν το υπολόγισε. Δεν είχε το μπουκάλι και δεν μπορούσε να αποδείξει ότι ήπιαμε. Με διέταξε να επιστρέψω στο δωμάτιο μου. Με δυσκολία κατάφερα να σηκωθώ, αλλά δεν μπορούσα να πάω μακριά. Ο Καμίλ και ο Ματσέι ήταν σε καλή κατάσταση, αλλά εγώ παραπατούσα γιατί είχα πιει μπύρες νωρίτερα. Τελικά, έπεσα και χτύπησα το κεφάλι μου και παρότι δεν υπήρχαν αποδείξεις, έπρεπε να επιβληθεί πρόστιμο! Την επόμενη μέρα ο Σμούντα μας ανακοίνωσε ότι θα πληρώναμε πρόστιμο και εμείς το θεωρήσαμε μικρή ποινή”.
 


Τάσεις αυτοκτονίας

Ο Πολωνός έφτασε μέχρι την απόπειρα αυτοκτονίας. “Κατάπια τα χάπια και έπεσα για ύπνο. Είχα περίπου 50, πήρα νομίζω τα 30 από αυτά κατευθείαν. Έπεσα για ύπνο και ένιωσα ελεύθερος για λίγο, γιατί γνώριζα ότι δεν υπήρχε λόγος να φοβάμαι πλέον. Ήθελα απλά να τελειώσει όλο αυτό. Με βρήκαν και όταν ξύπνησα και είδα τα σκορπισμένα χάπια που δεν μπόρεσα να πάρω, κατάλαβα αμέσως τι έκανα. Όταν ο ατζέντης μου έμαθε τι έκανα, ήρθε αμέσως σπίτι μου. Κάλεσε ασθενοφόρο και με πήγαν στην εντατική. Πέρασα τρεις ή τέσσερις μέρες εκεί και μετά δεν άντεχα να επιστρέψω σπίτι μου ούτε να πάω για προπόνηση”, αναφέρει στη συνταρακτική διήγηση του.