«…Αν στη ζωή μου υπάρχει ένα σημείο που με συγκίνηση και με υπερηφάνεια αφάνταστη από καιρού σε καιρό γυρίζω και βλέπω, είναι ακριβώς η εποχή που μπήκα στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Διαπαιδαγωγήθηκα ταξικά, έμαθα το συμφέρο μου, πέταξα τον κεφαλαιοκρατικό πολιτισμό στα μούτρα της λωποδύτριας μπουρζουαζίας και ρίχτηκα με πίστη, με θέληση, με ηρωισμό στον αγώνα για τις εργαζόμενες μάζες. Εκτοτε δεν έχω στο ενεργητικό μου παρά φυλακίσεις για πάλη επαναστατική. Μιλάν τα γεγονότα, μιλάει αυτή η αλήθεια. Ούτε ΜΙΑ ΚΗΛΙΔΑ. Είναι αυτό σε βάρος μου; Είναι αυτό στοιχείο ενάντια στο Κομμουνιστικό Κόμμα; ΤΙΜΗ ΜΟΥ ΜΕΓΑΛΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙΜΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ότι γλίτωσα απ’ τη διαφθορά της συνείδησης, στην οποία με οδηγούσε το ληστρικό αστικό καθεστώς και κόσμησα τον Κλάρα που φερόντανε τροχάδην στον γκρεμό με ΑΓΝΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ στοιχεία και μόνο με τέτοια. Το Κομμουνιστικό Κόμμα εξαγνίζει και δημιουργεί αγωνιστές αφοσιωμένους στη μεγάλη υπόθεση του προλεταριάτου. Είναι το μόνο κόμμα που οδηγεί τους εκμεταλλευόμενους στον ιστορικό δρόμο: Στην οριστική απελευθέρωση του προλεταριάτου. Στο κόμμα αυτό έδωσα όλη μου τη ζωή και θα συνεχίσω να δίνω όσες δυνάμεις μου απομείναν στον αγώνα του, για το ψωμί των εργαζομένων, κατά των φόρων και των πολέμων, για την επανάσταση».

Επιστολή του Αρη Βελουχιώτη στον Ριζοσπάστη (9/9/1931).


O Άρης Βελουχιώτης (Λαμία, 27 Αυγούστου 1905 – Μεσούντα Άρτας, 15 Ιουνίου 1945) του οποίου το πραγματικόόνομα ήταν Αθανάσιος Κλάρας, υπήρξε αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και ηγετική μορφή της Εθνικής Αντίστασης κατά την περίοδο της γερμανοϊταλικής κατοχής της Ελλάδας. Ήταν ο ουσιαστικός ιδρυτής και καθοδηγητής του ΕΛΑΣ και από τους πιο επίμονους υπέρμαχους για τον αντιστασιακό αγώνα.
 
Έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Λαμία. Το γυμνάσιο δεν το τελείωσε, αν και η επαφή του με τα γράμματα ήταν μεγάλη. Το 1919, σε ηλικία 14 χρόνων, φεύγει από την πόλη και μπαίνει οικότροφος στην «Αβερώφειο Μέση Γεωργική Σχολή Λάρισας». Εκεί ο Θανάσης είναι ένας σχολαστικός και επιμελής μαθητής, γεγονός που εμφανίζεται στα σωζόμενα μέχρι σήμερα μαθητικά του τετράδια. 
 
Όταν τελείωσε τη Σχολή επέστρεψε στη Λαμία. Εκεί ο πατέρας του ελπίζει ότι θα ασχοληθεί με τα κτήματα της οικογένειας στη Στυλίδα. Είχε μάλιστα σκοπό να επεκτείνει την επιχείρησή του, στην οποία ο Θανάσης θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις γνώσεις του. Αυτό όμως αρνείται, διότι πίστευε ότι «αν γινόταν πλούσιος…θα έπαυε να σκέφτεται τους φτωχούς» και προτιμά το διορισμό του στο Δημόσιο, ως υπάλληλος του υπουργείου Γεωργίας. Στα 18 του χρόνια, ως υπάλληλος της Γεωργικής Υπηρεσίας, βρίσκεται στη Δράμα, στο συνοριακό χωριό Μπούκια, για να βοηθήσει στον εποικισμό των ακτημόνων. Η άρνηση του νεαρού Κλάρα να συμμετάσχει στα ρουσφέτια της εποχής έχει αποτέλεσμα τη μετάθεση του στα Τρίκαλα. Απογοητευμένος «από τις ρεμούλες που διαπιστώνει και στη νέα του θέση» δηλώνει παραίτηση και φεύγει για την Αθήνα το 1923.
 

Ο Θανάσης Κλάρας στην Αθήνα

Η πρώτη γνωριμία του Κλάρα στην Αθήνα γίνεται με το συμπατριώτη, τότε φοιτητή της Νομικής, Τάκη Φίτσο, ο οποίος τον φέρνει σε επαφή με επαναστατικές οργανώσεις και με τις φιλολογικές παρέες που συχνάζουν στη Δεξαμενή. Το 1924 περνάει στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος ως μέλος της Τοπικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Αθήνας (ΚΝΑ) και δυο χρόνια αργότερα καλείται να υπηρετήσει τη θητεία του. Αν και υποψήφιος στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, κόβεται επειδή συμμετέχει σε επεισόδιο. Από δεκανέας, που ήταν, καθαιρείται και στέλνεται στον Πειθαρχικό Ουλαμό Καλπακίου, το πρώτο κάτεργο που γνωρίζει στη ζωή του. Όταν απολύεται, έχοντας υπηρετήσει επιπλέον τρεις μήνες ως ποινή, επιστρέφει και πάλι στην Αθήνα.
 
Μέλος πια της Κομμουνιστικής Νεολαίας, διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε πολλές επιχειρήσεις αποδράσεων κρατουμένων κομμουνιστών (δυο φορές μάλιστα είχε βοηθήσει να δραπετεύσει ο Νίκος Ζαχαριάδης, τότε ηγετικό στέλεχος της Κομμουνιστικής Νεολαίας). Στα τέλη του 1928 γίνεται συντάκτης του «Ριζοσπάστη» και όταν ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας, Αριστοτέλης Τσουρτσούλης, συλλαμβάνεται, ο Κλάρας τον αντικαθιστά για αρκετό διάστημα. Στα τέλη του 1936 συλλαμβάνεται και στέλνεται στις φυλακές της Αίγινας. Από εκεί τον Ιούνιο του 1939 μεταφέρεται στις φυλακές της Κέρκυρας, από όπου αποφυλακίζεται αφού πρώτα υπογράφει τη γνωστή δήλωση μετάνοιας.
 

Όταν ο πόλεμος ξεσπάει, ο Κλάρας καλείται στο Πυροβολικό, όπου είχε υπηρετήσει, και επιστρατεύεται στο Μακεδονικό Μέτωπο, στη 10η πυροβολαρχία του 3ου Συντάγματος του αντιαεροπορικού πυροβολικού. Με την είσοδο των Γερμανών και την κατάρρευση του μετώπου επιστρέφει στην Αθήνα πριν φτάσουν στην πόλη τα γερμανικά στρατεύματα.


 
«Ακόμα και τα καριοφίλια των προγόνων μας του ’21 θα ξεθάψουμε! […] Μην αμφιβάλλετε, πως γρήγορα θα το σκάσουν τα παλικάρια του κόμματος απ’ τις φυλακές και τα ξερονήσια για να βρεθούν στις πρώτες γραμμές του εθνικολαϊκού αγώνα»
 


Τον Ιανουάριο του 1942, σε συνεννόηση με το ΚΚΕ, ανέβηκε στο βουνό για τη συγκρότηση αντάρτικων ομάδων. Υπήρξε ηγέτης του ΕΛΑΣ (του αντάρτικου σώματος του ΕΑΜ) κατά τον απελευθερωτικό αγώνα της Ελλάδας από τους Γερμανούς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τις απαρχές του Εμφυλίου που ακολούθησε ανάμεσα στους κομμουνιστές αντιστασιακούς και τον αστικό πολιτικό κόσμο. Το Φεβρουάριο του 1942 είχε συγκροτήσει ένοπλη ομάδα από 15 άνδρες και άρχισε τον αγώνα από το χωριό Δομνίστα της Ευρυτανίας.


Μετά τη Συνθήκη της Βάρκιζας, υπογράφει μαζί με τον Σαράφη μια «Ημερήσια διαταγή του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ» (στις 16 Φεβρουαρίου του 1945), στην οποία αναφερόταν ότι ο ένοπλός αγώνας του ΕΛΑΣ τελείωνε και ο ΕΛΑΣ αποστρατεύεται. Στη συνέχεια με μια ομάδα συντρόφων του άρχισε την περιπλάνηση του στα βουνά. Στα τέλη του Φεβρουαρίου κάνει ακόμη μια μάταιη προσπάθεια επαφής με τους άλλους καπετάνιους, αλλά σταδιακά οι οργανώσεις τον απομόνωναν και λίγοι ήταν αυτοί που έδειξαν προθυμία για να τον ακολουθήσουν. Τις κινήσεις αυτές του Βελουχιώτη τις πληροφορείται το κόμμα και αντιδρά έντονα. Του ζητάνε ή να γυρίσει στην Αθήνα ή να φύγει σε μια ανατολική χώρα.
 
Πέρα όμως από τη μεγάλη φήμη του, η πειθαρχία προς τις εντολές του ΚΚΕ αποτελούσε ίσως το σημαντικότερο παράγοντα, τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους γύρω του. Καταλυτική ήταν η επιστροφή του Νίκου Ζαχαριάδη από τη Γερμανία, όπου κρατούνταν όμηρος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου, ο οποίος έσπευσε αμέσως να καταδικάσει της απειθαρχία του Άρη. Στις 12 Ιουνίου του 1945 το ΚΚΕ, σε μια μικρή στήλη στον «Ριζοσπάστη» που δημοσιεύτηκε δίπλα στα αθλητικά και τα θέματα της ημέρας, αποκήρυξε τον Βελουχιώτη με ένα πολύ σκληρό δημοσίευμα, του οποίου ένα απόσπασμα χαρακτηριστικά ανέφερε: «Ο σ. Ζαχαριάδης μας ανακοίνωσε ότι η Κ.Ε του ΚΚΕ, αφού συζήτησε πάνω σε εκθέσεις που ήλθαν από διάφορες κομματικές οργανώσεις, αποφάσισε να καταγγείλει ανοιχτά την ύποπτη και τυχοδιωκτική δράση του Άρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα ή Μιζέρια)».


 
«Αν ζήσει κανένας σας να θυμάται τα λόγια αυτά. Οι Εγγλέζοι θα σας σφάξουν όλους σαν αρνιά, εγώ στα χέρια τους δε θα πέσω, γιατί τα βουνά με ξέρουν. Με την πέτρα προσκέφαλο, την ψείρα συντροφιά, την κάπα σκέπασμα δε θα με ιδούνε ζωντανό στα χέρια τους. Αυτό θέλω να το θυμάστε αν κανένας σας ζήσει.»
 


Στις 15 Ιουνίου 1945 ο Άρης Βελουχιώτης είχε κυκλωθεί στη Χαράδρα του Φάγκου (Αχελώος Ποταμός) στο χωριό Μεσούντα του Νομού Άρτας, δυτικά από ομάδες της “Εθνοφυλακής”, που είχαν σταλεί για να τον συλλάβουν με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Βόιδαρο (120 άτομα), και ανατολικά τον καταδίωκε τμήμα του Ελληνικού Στρατού, ειδικά επιλεγμένο από μέλη του ΚΚΕ, στο οποίο συμμετείχε ο Ρίζος Μπόκοτας. Μέχρι το 2004, στην επίσημη ιστοριογραφία υπήρχαν διχογνωμίες αν ο Άρης Βελουχιώτης αυτοκτόνησε ή αν εκτελέστηκε από το απόσπασμα καταδίωξης. Σύμφωνα με το βιβλίο του ΓΓ του ΕΑΜ, Νίκου Αποστόλου ο Άρης και ο Τζαβέλας αυτοκτόνησαν με χειροβομβίδα στην κοιλιά, ενώ άλλες πηγές αναφέρουν ότι ο Βελουχιώτης αυτοκτόνησε με περίστροφο. Σύμφωνα με τον Τριανταφυλλίδη, η σύγχυση σχετικά με τα αίτια θανάτου του Βελουχιώτη προκλήθηκε επειδή ο Τζαβέλας αυτοκτόνησε ο ίδιος με χειροβομβίδα αγκαλιάζοντας τον νεκρό Βελουχιώτη, αλλά εξέταση της κεφαλής του Άρη μετά από ημέρες στα Τρίκαλα, έδειξε θανάσιμο τραύμα από σφαίρα στο δεξί αυτί. Kατόπιν το τάγμα εθνοφυλάκων καταδιώξής των, αποκεφάλισε τα πτώματά τους. Μάλιστα βάλανε τον αιχμάλωτο αντάρτη του ΕΛΑΣ με το ψευδώνυμο Δράκο να κάνει τους αποκεφαλισμούς.