Η φωτογραφία ήταν με tag στον τοίχο μου, στα social media. Πρώτο έτος σχολής. Σπουδαστές! Με εκείνο το χαμόγελο το σίγουρο, καρφιτσωμένο, μόνιμα, στα πρόσωπα μας, να κοιτάμε εκείνους τους αγνώστους εαυτούς κάπου στο μέλλον, που δεν μας μοιάζουν, αμυδρά μόνο μας θυμίζουν! Απαλή, μυγιάγγιχτη, αυτάρεσκη νιότη! Ο κόσμος ήταν τόσο καινούργιος, τόσο χρωματιστός, ευωδιαστός, υποσχόμενος, όλο ενθουσιασμό που ήταν αφόρητη εκείνη η ανίδεη ευτυχία, η αναιδέστατη μας χαρά για τη ζωή, τις θάλασσες που θα κολυμπούσαμε, τα ταξίδια που θα κάναμε, τα κορμιά που θα χαϊδεύαμε, τα βιβλία που θα διαβάζαμε και φυσικά θα γράφαμε, τις κορυφές που, περήφανα, θα καβαλούσαμε γιατί μας άξιζε! Γιατί αξίζαμε! Γιατί μπορούσαμε.

Η φωτογραφία τους έχει όλους εκεί! Πρόσωπα ωραία με μάτια καθαρά, λαμπερά, γελαστά, με μνήμες για νύχτες που εξερευνούσαμε τα σκοτάδια, που χορεύαμε χωρίς να πιάνεται η ανάσα μας μέχρι το ξημέρωμα, με δοκιμές σε ποτά, σε επαφές, σε πάρτι, σε σιωπές, σε διακοπές, σε ερωτικές εκμυστηρεύσεις και πρώτες διαψεύσεις, σε ρόλους-χαρακτήρες, σε βιβλία, σε ιδεολογία. Μια παρέα, πιο πολύ από οικογένεια. Χωρίς να έχουμε μάθει την προσποίηση ακόμα, την ιδιοτέλεια, το χάσιμο σε κεκτημένα, τον ανταγωνισμό. Και πάνω απ’ όλα να μην έχουμε συνηθίσει τη γεύση της ήττας στο στόμα μας, σα να χουμε μασήσει στάχτη ή σάπιο φρούτο! Χωρίς να έχουμε προδοθεί! Χωρίς να χουμε κουραστεί και γι’ αυτό σιγά-σιγά αφεθεί.

Η φωτογραφία είναι φριχτή! Έχει κλέψει, έχει φυλακίσει την ψεύτρα νιότη ως βεβαιότητα! Έχει αφήσει την αίσθηση πως όλοι εκείνοι, είναι εκεί, στη νιότη σταματημένοι, σε αναμονή, πάντα ευτυχισμένοι σαν πόζα 19χρονη, σαν μνήμη-δίχτυ ασφαλείας που αν πέσεις θα σε συγκρατήσει και δεν θα σπάσεις σε κοφτερά κρυσταλλάκια που δεν ξανά κολλάνε! Κοιτάμε ευθεία μπροστά, με σηκωμένα πιγούνια, με πολύχρωμα ρούχα, με αγγίγματα τυχαία και αγκαλιές αυθόρμητες, τους εαυτούς μας να σχοινοβατούν σε ηλικίες αβύσσους.

Καταθλίψεις, ψυχαναλύσεις, χάπια, για κάποιους λαβύρινθοι από ναρκωτικά, ακυρώσεις, απολύσεις, παραιτήσεις, ανεργίες, απορρίψεις, «δεν κάνεις», «δεν μας κάνεις», «δεν χωράς», άλλαξε και προσαρμόσου, γίνε όπως όλοι, επιβίωσε σε ρουτίνες ώσπου να πεθάνεις, ερωτικές απογοητεύσεις, ολέθριες σχέσεις, χωρισμοί, απειλές, αστυνομίες, τα παιδιά που δεν γεννηθήκαν ποτέ, ή αλλά που τα νιώθεις άτυχα με ανίκανο γονιό και η τέχνη που δεν μας ερωτεύτηκε να μας σώσει, να μας προστατέψει στο άσυλο της. Ο κόσμος που δεν αλλάξαμε ποτέ αλλά μας άλλαξε αυτός τόσο αργά σχεδόν πρωτοχριστιανικά μαρτυρικά, ώσπου εκείνα τα παιδιά στη φωτογραφία, να μοιάζουν απλώς γνωστά.

Η φωτογραφία είναι αδειανή! Σιγά σιγά -φτάσαμε κιόλας εκεί;- έχει απώλειες. Έχει θανάτους από αρρώστιες και ηθελημένες μπορεί. Έχει σιωπές και πλάτες γυρισμένες. Έχει να μην έχουμε τίποτα μεταξύ μας πια κοινό, αυτοί που αγκαλιαζόμασταν και λέγαμε «για πάντα» και «ποτέ».

Η φωτογραφία είναι μισητή. Δεν κλέβει όπως έλεγαν οι Ινδιάνοι όλη την ψυχή, αλλά αρπάζει ένα κομμάτι απ’ τον ωραίο μας εαυτό και μας αφήνει την ασχημία του υπόλοιπου. Και η φωτογραφία θα ‘ναι πάντα εδώ, οι άνθρωποι της όχι. Η φωτογραφία σταματάει τον χρόνο και μας αφήνει την ψευδαίσθηση πως ίσως, θα μπορούσαμε και εμείς να τον ξεγελάσουμε κάποτε. Και στο τέλος; Τι, δεν το περιμένατε; Αυτός βγαίνει και εμείς τα φυλάμε για πάντα, με γυρισμένες πλάτες ξεχασμένοι σε μέτρημα λεπτών, χωρίς από κανέναν, ποτέ να ακουστεί το πολυπόθητο «φτου ξελεφτερία».

 

*(Για την Χ. και την Μ., που μια Τρίτη έμαθα πως δεν είναι πια σίγουρες και 20 χρόνων σαν πόζες, αλλά έφυγαν για το άγνωστο ταξίδι και ας πιστεύουμε για λίγο πως και από εκεί θα μας θυμούνται και θα μας αγαπούν. Σα νιότη…)