• PRISMA
  • 22 Δεκεμβρίου 2017

Οι άστεγοι στην Αθήνα γιορτάζουν κάθε μέρα

Δεν είναι ανάγκη να τους αγαπάς όλους, μπορείς όμως να τους συμπονάς.

  • PRISMA
  • 22 Δεκεμβρίου 2017

Οι άστεγοι στην Αθήνα γιορτάζουν κάθε μέρα

Δεν είναι ανάγκη να τους αγαπάς όλους, μπορείς όμως να τους συμπονάς.

Στην Κηφισίας 9 το πρωί, ο ουρανός μοιάζει με 5 το απόγευμα και εγώ προσπαθώ να ζεστάνω πόδια και χέρια, σε ένα αμάξι που παλεύει και αυτό να ξυπνήσει χωρίς καφέ. Στο ραδιόφωνο παίζει μάλλον Feliz Navidad και το κινητό δονείται σε μια τσάντα γεμάτη χαρτομάντηλα, καραμέλες για τον λαιμό, σερβιέτες, τοστ και ξηρούς καρπούς. Το ημερολόγιο του 2017 σχεδόν νεκρό προσπαθεί να πάρει το φιλί της ζωής από μια σοκολάτα με ολόκληρα αμύγδαλα και 70% κακάο.

Πιτσιλιές νερού και οι υαλοκαθαριστήρες είναι σαν υπνωτικό. Πέρα-δώθε και μια φιγούρα να φανερώνεται και να σβήνει ανάμεσα τους. Τι κάνει ο τρελός στο κρύο, όλα τα Insta stories δείχνουν 8ο C, κρατάνε ζεστή σοκολάτα και κάνουν νάζια μέσα σε πολύχρωμα κασκόλ. Το απέναντι παράθυρο βγάζει ένα κουλούρι και τον καλεί. Εκείνος πλησιάζει και ευγνωμονεί. Ευγνωμονεί παραμονές Χριστουγέννων, δώρα που δεν έφεραν οι μάγοι. Κόρνες χωρίς συμπλέκτη και ξανά κόκκινο. Τον παρατηρώ κάτω από το φανάρι. Μοιάζει με όλους όσους συνηθίζουν να στέκονται εκεί. Άνθρωποι χωρίς πρόσωπο. Ακρωτηριασμένα άκρα και μεγάλα ρούχα, για μια ζωή που δεν ταίριαξε στο νούμερο τους.


Βγάζω αλάρμ και η Χρύσα μπαίνει στο αμάξι τινάζοντας την ομπρέλα στο πατάκι του συνοδηγού. Το ίδιο όνομα δεν αρκεί τελικά στις φιλίες. Δώρα, πληρωμένοι λογαριασμοί για αυτή τη χρονιά και ξανά κόκκινο. Η ίδια φιγούρα σε διαφορετικό άνθρωπο. Βγάζει 5 ευρώ και του τα δίνει. Την κοιτάζω… «Έχω ψωνίσει φαγητό για το παιδί, εσώρουχα για την πρωτοχρονιά, πήρα δώρο στον Δημήτρη και το ψυγείο είναι τίγκα. Δεν έχω λόγο να κρατάω αυτά τα χρήματα στα ζεστά, όταν έξω κάνει τόσο κρύο». Αυτή η πρόταση αρκεί για τις φιλίες υποθέτω…

Το Κέντρο παραμονές γιορτών είναι η κόλαση επί γης. Κανένα κλίμα αγάπης και τρυφερότητας, μόνο ευχολόγια για τον μαλάκα που μας παίρνει το παρκινγκ μόλις τρία χιλιόμετρα μακριά από τον προορισμό μας και «άσε κάτω μωρή το large αφού χωράς και στο medium». Και ενώ η Χρύσα δίνει τις μάχες της σε γνωστό παιχνιδομάγαζο, εγώ κάνω φούσκες με το σάλιο μου, με χέρια στις τσέπες, χωρίς αυτιά και μύτη. Η ουρά στο ταμείο σχεδόν ενώνεται με την ουρά των ανθρώπων που κοιμούνται στο δρόμο. Ο ένας πίσω από τον άλλον, μέσα σε κουβέρτες, κούτες και ψίχουλα. Κοιτάνε τον κόσμο να περνάει και ίσως κουτσομπολεύουν, το πιθανότερο όμως είναι να φιλοσοφούν...

Θα μου πεις, γράφεις αυτά που έχουμε δει. Θα θυμηθείς αυτό που είχες ακούσει κάπου ότι οι άνθρωποι του δρόμου, δεν θέλουν να φύγουν από αυτόν. Θα σχολιάσεις ότι «και τι μπορούμε να κάνουμε;».

Μπορούμε να μη σταματήσουμε να ακουμπάμε το βλέμμα, να μην αντικαταστήσουμε το χαμόγελο με οίκτο. Να μην προσπερνάμε γρήγορα, να σταθούμε για λίγο μπροστά στην αμηχανία μας. Ο άστεγος που βρίσκεται στοιβαγμένος σε ένα σωρό από σακούλες, διαβάζει χθεσινά νέα και γράφει σε ένα χαρτόνι ότι πεινάει δεν είναι ένας μακρινός εφιάλτης που βρέθηκε μπροστά μας, ενώ τρέχαμε να φτάσουμε οπουδήποτε.

Οι 6.500 ανθρώπων που έχουν επισκεφθεί τα Κέντρα της Praksis σε επισκέψεις σε Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη, 413 άτομα είναι απόφοιτοι Λυκείου, 210 άτομα είναι κάτοχοι πτυχίου ΑΕΙ ή ΤΕΙ. ενώ γύρω στα 26 άτομα έχουν μεταπτυχιακό. Κανείς δεν μοιάζει ασφαλής όσο επιμένει να προσπερνά…

Ο πονοκέφαλος από το κρύο τρυπάει το κεφάλι μου πιο πολύ και από τα μπαλόνια που μπορούν πλέον και φωτίζουν και που στα κολλάνε στη μούρη καθώς περπατάς και λες «άστο να πάει χρονιάρες μέρες». Καυτό τσάι με κάμποσο γάλα και μια κυρία με ένα γαλάζιο παλτό περπατά προς το μέρος μου. Φορά μια σειρά πέρλες και τα μαλλιά της είναι κοντά και ολότελα γκρι. Με πλησιάζει και με χαμηλή φωνή με ρωτάει αν μπορώ να τη βοηθήσω, ότι πεινάει, ότι κρυώνει. Δεν μοιάζει με τον άνθρωπο στο φανάρι. Μοιάζει με τη γιαγιά που με περιμένει σε ένα σπίτι που μυρίζει καμένη ζάχαρη και λικέρ κράνα. Είμαι σίγουρη ότι θα μπορούσαν να μιλάνε για μαλακά μαξιλάρια, ματαιωμένους έρωτες και νιάτα με φτερά.

Το να παραγγείλω αχνιστό καφέ με κέικ, είναι το λιγότερο αμήχανο που θα μπορούσα να σκεφτώ για μια συνθήκη που συνεχώς με κομπλάρει.

Όπου και να έχω ταξιδέψει, άνθρωποι περπατάνε ξυπόλητοι στον πάγο και στην πύρινη άσφαλτο. Κοιμούνται και μάλλον ξυπνούν με φθηνά κέρματα μπροστά τους, δίνοντας διαρκώς χρόνο.

Μάλλον δεν μπορούμε να σώσουμε αυτόν τον κόσμο. Ίσως δεν καταφέρουμε ποτέ να τους αγαπήσουμε όλους. Μπορούμε όμως να τους συμπονούμε, να μην τους συνηθίσουμε σκυφτούς, να μην παγώσει η καρδιά μας όταν καίγεται η ζωή μας.

Καλή χρονιά!

Γιορτάστε για ν’ αλλάξουμε οριστικά, χωρίς να προσποιούμαστε τίποτα πια...

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα