"O Πουπουλένιος": Η παράσταση της περσινής χρονιάς, ξανά! Τολμάς να μοιραστείς το συναίσθημά του;

Επέστρεψε δυναμικά χτες το βράδυ στο Θέατρο Αθηνών και ο Τάσος (ΤΑΖ) Θεοδωρόπουλος ρίχνει μια ματιά στα... σωθικά της δημοφιλούς αυτής παράστασης.

"O Πουπουλένιος": Η παράσταση της περσινής χρονιάς, ξανά! Τολμάς να μοιραστείς το συναίσθημά του;

Επέστρεψε δυναμικά χτες το βράδυ στο Θέατρο Αθηνών και ο Τάσος (ΤΑΖ) Θεοδωρόπουλος ρίχνει μια ματιά στα... σωθικά της δημοφιλούς αυτής παράστασης.

Γράφει «παραμυθένια» διηγήματα για κακοποιημένα παιδιά που βρίσκουν φρικτό τέλος (όπως η «Μικρή Χριστός»). Ζει σε ένα απροσδιόριστο, απολυταρχικό καθεστώς. Συντηρεί έναν καθυστερημένο αδελφό. Μέχρι τη στιγμή που οι ιστορίες του γίνονται πραγματικότητα , παιδιά δολοφονούνται κι ο ίδιος συλλαμβάνεται σαν ύποπτος. Και η βία συναντιέται με την τρυφερότητα, το παραμύθι και την κατάμαυρη κωμωδία, πάνω σε μια αιχμηρή λεπίδα που θα σε κάνει να τα χάσεις με τον τρόπο που θα σε αναγκάσει να φλερτάρεις με την κόψη της. Εγκλωβίζοντας τις αισθήσεις σου και τη λογική σου, σαν ποντίκια που ακολουθούν μεθυσμένα μια διεστραμμένη παραλλαγή της μουσικής του θρύλου του «Μαγεμένου Αυλού», προκειμένου να πέσουν στο ποτάμι. Αυτή τη φορά, όχι όμως για να πνιγούν, αλλά για να βαφτιστούν.

Αυτός είναι «Ο Πουπουλένιος» του Martin McDonough που παίχτηκε για πρώτη φορά το 2003 στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας. Ένα «πειραγμένο» παραμύθι για το τέλος της αθωότητας και την επανεφεύρεση της. Τη διαφορετικότητα και τη δημιουργία. Τη δύναμη της φαντασίας. Ή για ότι άλλο εσύ νομίζεις. Ίσως εκεί βρίσκεται και ένα από τα συστατικά της μαγικής του δύναμης. Δεν εκβιάζει την αλληγορία. Για την ακρίβεια την απαρνιέται επιδεικτικά. Όπως λέει και ο κεντρικός ήρωας, «Αν λες ιστορίες, το μοναδικό σου καθήκον είναι να λες ιστορίες». Το τι μπορεί αυτές να σημαίνουν, ακολουθεί τα γρανάζια της ψυχής σου, λιώνει μέσα σε αυτά και αφομοιώνεται από το είναι σου, σαν κάθαρση ή σαν τιμωρία, ο κάθε ένας ότι έχει περισσότερο ανάγκη.

Πάνω από όλα ο McDonough αφηγείται μια ιστορία. Για έναν άνθρωπο που αφηγείται ιστορίες. Τα στοιχεία της φωτοσύνθεσης του έργου μέσα σου, του τρόπου με τον οποίο θα ανθίσει, είναι εκεί, αλλά δεν έχουν οδηγό χρήσης. Από το προσωπικό στο πολιτικό, από το συμβολικό στο κυριολεκτικό, από τη φαντασία στο σκληρό ρεαλισμό, από το δράμα και το θρίλερ μυστηρίου στην κωμωδία. Από την καταπίεση και την κακοποίηση στην απελευθέρωση. Πολλές οι διαδρομές που μπορείς να ακολουθήσεις παρακολουθώντας τον «Πουπουλένιο» και εκεί βρίσκεται το πιο σημαντικό κομμάτι της επιτυχίας του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη στη σκηνοθετική του προσέγγιση. Γνωρίζει πως κινείται πως σε λεπτό πάγο, αλλά δεν τον αποφεύγει. Ούτε διαφημίζει ναρκισσιστικά την τόλμη του. Απλά καθώς προχωράει μέσα στην παγωμένη του λίμνη για να ολοκληρώσει τη διαδρομή του, διατηρεί την ηρεμία και την αυτοσυγκράτηση του, «κοιτάζοντας» για αγάπη συνεχώς στη στεριά του δικού του βιώματος, εν προκειμένω του γιου του Γιώργου στον οποίον αφιερώνει την παράσταση όπως επισημαίνει ο ίδιος σε ένα πανέμορφο εισαγωγικό σημείωμα. Και κατορθώνει κάτι πολύ δύσκολο. Να αποδώσει ένα «δύσκολο» έργο, στην πιο απλή και καθαρή του μορφή.

Θα έλεγα σαν μια συναισθηματικά φορτισμένη, ενδοσκοπική pop απόλαυση αν αυτός ο όρος δεν είχε τόσο παρεξηγηθεί και δεν είχαμε ξεχάσει πως προέρχεται από τη λέξη popular. Kάτι που είναι απόλυτα συμβατό με το πνεύμα του ίδιου του συγγραφέα, για όποιον γνωρίζει τις δύο του κινηματογραφικές, σκηνοθετικά και σεναριακά δουλειές: Το «Αποστολή στην Μπριζ» και τους «Επτά Ψυχοπαθείς». Και κάτι στο οποίο οφείλεται η επιτυχία με την οποία το έργο, χωρίς να αποτελεί κάτι στο οποίο εύκολα μπορείς να φορέσεις ταμπέλα όπως ζητούν συνήθως οι θεατές για να νοιώθουν ασφαλείς, επικοινωνείται άμεσα στο κατάμεστο ακόμα και καθημερινές «Θέατρο Αθηνών».

Ήμουν εκεί και το αισθάνθηκα: Το πώς το μαζικό μπορεί να γίνει εκλεκτικό κι αντίστροφα. Χωρίς να χάνει ίχνος από τη δύναμη του σε αυτή τη διαδρομή. Που κάθε άλλο παρά εύκολη τη λες, όταν η σωματική και ψυχολογική βία ακολουθείται από χιούμορ. Ναι θα γελάσεις στον «Πουπουλένιο». Αλλά πιθανότατα να αισθανθείς ενοχή γι αυτό. Είναι κι αυτό ένα από τα τρικ του έργου που ο Μαρκουλάκης υπηρετεί σκηνοθετικά με αμείλικτη τρυφερότητα. Και υποκριτικά ο κάθε ένας από τους τέσσερις πρωταγωνιστές, (οι άλλοι τρεις είναι ο Γιώργος Πυρπασόπουλος, ο Νίκος Κουρής και ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος) ο κάθε ένας με τη δική του σφραγίδα. Που και στην καθοδήγηση τους, ο Μαρκουλάκης εφαρμόζει την ίδια τακτική που εφαρμόζει και στο έργο: Τους αφήνει σε μια συλλογική δουλειά, να χαράξουν τη δική τους διαδρομή πάνω στο ρόλο τους, χωρίς να ξεφεύγουν από το σύνολο αλλά και χωρίς να εκβιάζουν συμπεράσματα. Μετατρέποντας τους σε ένα είδος ενήλικων, τσαλακωμένων συναισθηματικά καρτούν (αλλά επ' ουδενί μονοδιάστατους σαν χαρακτήρες). Με τον κόσμο που τους περιβάλλει, τα δεσμά τους, να αποτελούν αφηρημένα σκιτσαρισμένη αντανάκλαση του εσωτερικού τους χάους. Και τα δεσμά τους να μπορούν να διαρρηχθούν, αν διαρρηχθούν, από την ικανή για το καλύτερο ή το χειρότερο, υπερβολή της έκφρασης του εσωτερικού τους κόσμου.

Ο οποίος αντικατοπρίζεται με υπολογισμένο μετρονόμο λιτότητας και φαντασίας, τόσο στον περιοριστικό ζόφο του όσο και στη μετατροπή του τραύματος που κουβαλάει σε διεστραμμένη παραμυθία, από τις σκηνογραφικές επιλογές της Αθανασίας Σμαραγδή. Αξίζει να αγοράσεις το πρόγραμμα της παράστασης που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα διηγήματα που έχει γράψει ο πρωταγωνιστικός ήρωας. Σαν υπενθύμιση του ότι η χαμένη σου αθωότητα μπορεί να μη χάθηκε ποτέ, ότι κι αν συνέβη στην πορεία. Ό,τι κι αν συμβεί. Αρκεί να είσαι αρκετά γενναίος για να μπορέσεις να την επικαλεστείς και να την αντιμετωπίσεις όταν πραγματικά τη χρειαστείς, χωρίς να υπολογίσεις το κόστος.

*«Ο Πουπουλένιος» του Μartin McDonough. Θέατρο Αθηνών, Βουκουρεστίου 10, τηλ: 2103312343

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα