Δεν περιμέναμε ποτέ πως θα φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Να αναρωτηθούμε δηλαδή αν τελικά θα μας λείψουν τα κάλαντα και το άγαρμπο, σχεδόν απειλητικό χτύπημα στην πόρτα μας στις 8 το πρωί. Βέβαια, τα παιδιά που σέβονται τον εαυτό τους, όπως και την τσέπη τους, ξεκινούν την περιπλάνησή τους από τα ξημερώματα, πριν καλά καλά φανεί ο ήλιος, την ίδια ώρα που η υγρασία θολώνει τα τζάμια των αυτοκινήτων. Στις 8 τρώνε ήδη μεσημεριανό. Από αυτά τα παιδιά κρατάμε αποστάσεις. Γενικότερα κρατάμε αποστάσεις πλέον.

Να, λοιπόν, που εν μέσω πανδημίας, χωμένοι στον καναπέ μας και με τα μάτια μας κουρασμένα από την οθόνη του λάπτοπ, κοιτάζουμε την κλειστή μας πόρτα, μια πόρτα που παραμένει και θα παραμείνει κλειστή την Παραμονή Χριστουγέννων για τις παιδικές φωνές. Δεν θα πω ψέματα. Ήμουν από εκείνους που σταμάτησαν να λένε τα κάλαντα σε μικρή ηλικία διότι όλο αυτό με κούραζε. Δεν είχε να κάνει με την σωματική αντοχή μου, ποιος νέος τη σκέφτεται αυτή άλλωστε; Eίχε να κάνει καθαρά με την ψυχική. Το να τραγουδάω με την λεπτή μου φωνή τα κάλαντα σε αγνώστους φαντάζεσαι στα μάτια μου γελοίο. Πρώτα γελοίο και μετά περίεργο.

 

via GIPHY

Σε αυτό έπαιξε ρόλο η αντιμετώπιση όσων μου άνοιγαν δειλά την πόρτα των σπιτιών τους. Σκεφτείτε τους λίγο. Αγουροξυπνημένοι, πριν πιουν την πρώτη τους γουλιά καφέ και αρνητικοί στο να δανειστούν λίγη από την ενέργειά μου. Οι περισσότεροι έδειχναν να ταλαιπωρούνται από πονοκέφαλο και αν δεν είχαν μέχρι τότε, τον προκαλούσα εγώ με το τρίγωνό μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια γυναίκα που μας άνοιξε με τα μαλλιά ανάκατα, χωρίς να ξέρει τι ώρα και τι μέρα είναι. Τη ρωτήσαμε «να τα πούμε;», είπε «ναι, έρχομαι» και χάθηκε κάπου στο σαλόνι της αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Τραγουδούσα στο κενό κοιτάζοντας τον «συνάδελφο» δίπλα μου. Δεν μας έδωσε ποτέ χρήματα. Για την ακρίβεια, δεν την είδαμε ξανά. Κλείσαμε εμείς την πόρτα και φύγαμε. Ελπίζω να είναι καλά.

Το να σε ξυπνούν χαράματα για να σου τραγουδήσουν «καλήν εσπέραν άρχοντες» ήταν μια μορφή κανονικότητας.

Αυτό που με ανάγκασε να αποσυρθώ από την πλούσια -στην κυριολεξία- καριέρα μου πριν καν φτάσω στις μεγάλες τάξεις του δημοτικού, ήταν οι μαγαζάτορες -στην πλειοψηφία τους. Ή σου έλεγαν «πες τα» ή σου έλεγαν «μας τα’ πανε», με την ίδιο ακριβώς τρόπο. Κοφτά, βαριεστημένα και με μισή καρδιά. Έβγαζαν το 50λεπτο από την ταμειακή μηχανή και πονούσες και εσύ μαζί τους. Μέχρι να στο δώσουν είχαν κάνει ένα σωρό μορφασμούς και σε έκαναν να νιώσεις άσχημα. Έφτασα σε σημείο να θέλω να τους τραγουδήσω χωρίς να μου δώσουν χρήματα. Όταν μεγάλωσα, βέβαια, κατάλαβα πως έτσι επιβιώνουν οι μαγαζάτορες τις μέρες αυτές διότι, ως γνωστών, τα παιδιά επικοινωνούν μεταξύ τους, δίνουν inside πληροφορίες για το ποιος πληρώνει καλά και ποιος όχι.

via GIPHY

Αν σε κάποιον λείψουν τα κάλαντα, εκτός φυσικά από τους νέους, είναι οι ηλικιωμένοι άνθρωποι, αυτοί που δεν έχουν κανένα πρόβλημα να τους χτυπάς το κουδούνι κάθε πέντε λεπτά. Το βλέπεις στα μάτια τους πως πραγματικά χαίρονται. Για εκείνους είναι σημαντικό να διατηρείται μια παράδοση μέσα στα χρόνια και είναι απόλυτα σεβαστό. Ακόμα και σε εμάς που δεν θα μας λείψουν τα κάλαντα, φέτος θα νιώσουμε περίεργα και αυτό γιατί, συνήθως, ο ήχος από το τρίγωνο την Παραμονή Χριστουγέννων, προετοιμάζει το έδαφος για τις υπόλοιπες γιορτινές μέρες. Το να σε ξυπνούν χαράματα για να σου τραγουδήσουν «καλήν εσπέραν άρχοντες» ήταν μια μορφή κανονικότητας. Το να μην σε ξυπνούν, είναι -δυστυχώς- μια μορφή της νέας πραγματικότητας. Εντάξει, ίσως μας λείψουν. Ίσως.