• FEM.ME
  • 24 Δεκεμβρίου 2014

Η Εντίθ Πιαφ και τα πετεινά του ουρανού (videos)

Το σπουργιτάκι –μετάφραση του Πιαφ στην παρισινή αργκό- μπορεί να έφυγε νωρίς προς το βασίλειο του ουρανού όμως, όπως συνεχίζει να μας θυμίζει η φωνή της, δεν μετάνιωσε για τίποτα.

  • FEM.ME
  • 24 Δεκεμβρίου 2014

Η Εντίθ Πιαφ και τα πετεινά του ουρανού (videos)

Το σπουργιτάκι –μετάφραση του Πιαφ στην παρισινή αργκό- μπορεί να έφυγε νωρίς προς το βασίλειο του ουρανού όμως, όπως συνεχίζει να μας θυμίζει η φωνή της, δεν μετάνιωσε για τίποτα.

Την προηγούμενη εβδομάδα θα γίνονταν 99 χρονών. Θα κρέμονταν από το μπράτσο κάποιου πολύ νεότερού της άντρα και θα τραγουδούσε πάντα, έστω και ανεπιτυχώς, για το κοινό της. Διότι, το «σπουργιτάκι» από το εργατικό 20ο διαμέρισμα του Παρισιού, που έφυγε από τη ζωή υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες σε ηλικία 48 ετών, είχε μια ασίγαστη πείνα για επιδοκιμασία, είτε αυτή προέρχονταν από το βλέμμα του «ενός», είτε των πολλών. Μια πείνα που δεν κατάφεραν να κορέσουν ούτε η δόξα, ούτε τα χρήματα, τα οποία σκοπούσε απλόχερα, αφήνοντας πίσω της χρέη όπως ο Κοντορεβυθούλης ψίχουλα.

 

 

Η Πιαφ ξεκίνησε τη ζωή της ως Edith Giovanna Gassion, στις 19 Δεκεμβρίου του 1915, στην αξιοθρήνητη Rue de Belleville της γαλλικής πρωτεύουσας, όπου οι γονείς της προσπαθούσαν με νύχια και με δόντια να επιβιώσουν ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους- θύματα της οικονομικής ύφεσης, οι οποίοι έπαιρναν κάθε πρωί τους δρόμους προς τις πιο εύπορες συνοικίες για να βγάλουν κανά φράγκο τραγουδώντας και χορεύοντας στις γωνίες.

Ο μύθος λέει ότι γεννήθηκε πραγματικά στον δρόμο, πληροφορία που δεν επιβεβαιώνεται από καμία επίσημη πηγή. Σημασία έχει ότι η μητέρα της, μια ακόμα καλλιτέχνις του δρόμου ιταλο-αλγερινής καταγωγής από το Λιβόρνο, σύντομα εγκατέλειψε κάθε πρόσχημα μητρικού ενδιαφέροντος και άφησε τη μικρή Εντίθ στην φροντίδα του πατέρα της, δηλαδή της γιαγιάς της. Εκείνη επέβλεψε την ανατροφή της μέχρι που η μικρή έγινε 14 οπότε και επέστρεψε στο Παρίσι και στον πατέρα της. Μια μικρή λεπτομέρεια: η γιαγιά ήταν προϊσταμένη οίκου ανοχής σε αγροτική περιοχή της Νορμανδίας.

 

 

Η νεαρή Εντίθ θα περάσει τα επόμενα έξι χρόνια της ζωής της διατρέχοντας τους δρόμους του Παρισού, πρώτα ως μέρος ενός τρίου αποτελούμενου από την ίδια, την αδερφή της και τον πατέρα της. Το τρίο διαλύθηκε σύντομα και οι δύο αδερφές αυτονομήθηκαν «καλλιτεχνικά» και οικονομικά μετακομίζοντας σε δικό τους δωμάτιο και παρουσιάζοντας το δικό τους υπαίθριο «show».

Κάπου εκεί στην υπόθεση θα εμφανιστεί και ο πρώτος γνωστός σε εμάς άντρας στη ζωή της τραγουδίστριας. Από αυτό τον έρωτα γεννήθηκε μια κόρη. Γεννήθηκε το ’33 και πέθανε το ’35 από μηνιγγίτιδα, χωρίς ποτέ η μητέρα της να επιδείξει κάποιο ενδιαφέρον γι αυτήν.  Όπως και η δική της μητέρα πιο πριν, η Εντίθ Πιαφ αποδείχθηκε ανθεκτική στο μικρόβιο της μητρικής αγάπης.

 

 

Η Πιαφ γεννήθηκε κάποια στιγμή στη διάρκεια του 1935. Δεν αναφερόμαστε φυσικά στο μικροσκοπικό κορίτσι, ύψους 1.42 μ., αλλά στο όνομα και στη φήμη που θα το ακολουθούσε. Στον δρόμο άκουσε για πρώτη φορά την εικοσάχρονη τραγουδίστρια ο Louis Leplée, ιδιοκτήτης του κλαμπ Le Gerny όπου συγχρωτίζονταν η αριστοκρατία και ο υπόκοσμος της εποχής. Την περιμάζεψε, της έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο στο πρόγραμμα του κλαμπ και την βάφτισε Πιαφ, από την λέξη της παρισινής αργκό για το σπουργιτάκι.

Η αντίδραση του κοινού ήταν ενθουσιώδης. Η σαγρέ φωνή που ξεπηδούσε από το αδύναμο και ασχημούτσικο κοριτσάκι το ντυμένο στα μαύρα σαν να είχε δική της θέληση καθήλωσε τους θαμώνες του μαγαζιού που άρχισαν να διαδίδουν τη φήμη της. Και παρότι η γνωριμία με τον Leplée παραλίγο να αποβεί μοιραία για τη Πιαφ –ο μέντορας της δολοφονήθηκε το ’36 και η ίδια κατηγορήθηκε για συμμετοχή στο έγκλημα-, η απόσταση που η νεαρή τραγουδίστρια είχε βάλει ανάμεσα στον παλιό εαυτό της και στη νέα βελτιωμένη έκδοσή της ήταν μεγάλη.

 

 

Από το ’35 ως τις παραμονές του μεγάλου πολέμου, η καριέρα της Πιαφ πήγαινε πρίμα. Αλλά και στη διάρκεια του πολέμου, εκείνη συνέχισε να εμφανίζεται αφού είχε πολλούς θαυμαστές ανάμεσα στους Γερμανούς κατακτητές. Κάποιοι ψίθυροι αναφορικά με τη στάση της –υπερβολικά φιλική προς τις δυνάμεις κατοχής- κατασιγάστηκαν μετά την απελευθέρωση όταν έγινε γνωστό ότι η Πιαφ διατηρούσε δεσμούς με την Αντίσταση και βοήθησε στην φυγή πολλών καταζητούμενων.

Η μεταπολεμική εποχή βρήκε την Πιαφ στο ζενίθ των δυνάμεών της, ενισχυμένη από μια σταθερή ομάδα φίλων και συνεργατών που την υποστήριζαν σε κάθε εγχείρημά της. Μάλιστα, η φήμη της διέσχισε τον Ατλαντικό όπου ταξίδεψε στις αρχές της δεκαετίας του ’50 για τηλεοπτικές εμφανίσεις και συναυλίες. Στο απόγειο της δόξας της η Πιαφ ήταν η καλύτερα αμειβόμενη τραγουδίστρια στον κόσμο και ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που μπορούσαν να λανσάρουν την καριέρα άλλων καλλιτεχνών με ένα πρόσταγμά τους. Ο Σαρλ Αζναβούρ και ο Ιβ Μοντάν είναι δύο μόνο παραδείγματα της εξουσίας που ασκούσε στα ακροατήρια.

 

 

Ο ούριος άνεμος που έπνεε στην επαγγελματική ζωή της Πιαφ δεν αντικαθρεφτίστηκε ποτέ στα τραγούδια της. Αυτά μιλούσαν εμμονικά για τη ζωή στον δρόμο, για πάθη που αναφλέγονται και ζωές που γίνονται συντρίμμια. Εμπνευσμένα από την προσωπική ζωή της τραγουδίστριας, η οποία ήταν έρμαιο των ερώτων της, της κακής τύχης της και της εξίσου κακής υγείας της, είναι σκοτεινά και δραματικά.  

Έχουμε και λέμε. Ο αγαπημένος της Μαρσέλ Σερντάν, παγκόσμιος πρωταθλητής της πυγμαχίας και θρύλος στη Γαλλία, πέθανε σε αεροπορικό δυστύχημα το 1949 αφήνοντας την απαρηγόρητη και τροφοδοτώντας τον Τύπο με ένα σκανδαλώδες ανάγνωσμα –ο Σερντάν ήταν παντρεμένος. Οι επόμενες σχέσεις της δεν αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ικανοποιητικές και σα να μην έφτανε αυτό, η εξάρτησή της από τα αναλγητικά και το αλκοόλ γίνονταν κάθε μέρα πιο ισχυρή και με τη «συνδρομή» της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και των τριών διαδοχικών τραυματισμών της σε αυτοκινητικά ατυχήματα που την άφησαν με σοβαρούς πόνους.

 

 

Το ’62, ταλαιπωρημένη αλλά πάντα παρούσα επί σκηνής, η Πιαφ παντρεύτηκε τον κατά πολλά χρόνια νεότερό της Théo Sarapo, έναν ελληνικής καταγωγής κομμωτή και τραγουδιστή. Μαζί έζησαν ένα χρόνο κατά τον οποίο η υγεία της τραγουδίστριας πήγαινε από το κακό στο χειρότερο –είχε πλέον διαγνωστεί με καρκίνο στο συκώτι. Παρόλα αυτά εκείνη κατάφερε την άνοιξη του ’63 να ηχογραφήσει το τελευταίο τραγούδι της «L'Homme de Berlin». Πέθανε τον Οκτώβριο της ίδιας χρόνιας στο σπίτι της στην Γκρας στη Γαλλική Ριβιέρα μετά από εβδομάδες στις οποίες έμπαινε και έβγαινε από το κώμα. Ο άντρας της και η νοσοκόμα που ζούσε μαζί τους τον τελευταίο καιρό μετέφεραν τη σωρό της στο Παρίσι χωρίς να ενημερώσουν τις αρχές σεβόμενοι, όπως είπαν, την τελευταία επιθυμία της. Το αποτέλεσμα είναι πως, αν και διατυπώθηκαν επιφυλάξεις για τα αίτια του θανάτου της Πιαφ, το μυστήριο που τον περιβάλει θα μείνει ως έχει διά παντός.

 

 

Η Πιαφ ετάφη στο πιο γνωστό νεκροταφείο του Παρισιού, το Père Lachaise, όπου αναπαύονται μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα των γραμμάτων και των τεχνών, χωρίς την ευλογία της καθολικής εκκλησίας που έκρινε ότι ο βίος της καλλιτέχνιδας παραήταν σκανδαλώδης. Το  πλήρες όνομά της όταν πέθανε ήταν Edith Giovanna Lamboukas –Λαμπουκάς ήταν το πραγματικό, ελληνικό, επώνυμο του Σαραπό.

 

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα