Η Εντίθ Πιαφ έκανε ό,τι γούσταρε και λογαριασμό δεν έδωσε ΠΟΤΕ

40.000 άνθρωποι μαζεύτηκαν να την αποχαιρετήσουν. Περισσότεροι κι από εκείνους που γιόρτασαν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Εντίθ Πιαφ έκανε ό,τι γούσταρε και λογαριασμό δεν έδωσε ΠΟΤΕ

40.000 άνθρωποι μαζεύτηκαν να την αποχαιρετήσουν. Περισσότεροι κι από εκείνους που γιόρτασαν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αν ζούσε σήμερα, θα κρέμονταν από το μπράτσο κάποιου πολύ νεότερού της άντρα, θα παραπατούσε μεθυσμένα στα βρώμικα πεζοδρόμια του Παρισιού, θα φούμαρε και θα τραγούδαγε, καρφώνοντας μας πάντα ευθεία, στο κέντρο της καρδιάς μας. Το "σπουργιτάκι" από το εργατικό 20ο διαμέρισμα, ίσως η μεγαλύτερη τραγουδίστρια της γαλλικής σκηνής, που έφυγε από τη ζωή υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες σε ηλικία 48 ετών, είχε μια ασίγαστη πείνα για επιδοκιμασία, είτε αυτή προέρχονταν από το βλέμμα του "ενός", είτε των πολλών. Μια πείνα που δεν κατάφεραν να κορέσουν ούτε η δόξα, ούτε τα χρήματα, τα οποία σκοπούσε απλόχερα, αφήνοντας πίσω της χρέη όπως ο Κοντορεβυθούλης ψίχουλα.


Η Πιάφ ξεκίνησε τη ζωή της ως Edith Giovanna Gassion, στις 19 Δεκεμβρίου του 1915, στην αξιοθρήνητη Rue de Belleville της γαλλικής πρωτεύουσας, όπου οι γονείς της προσπαθούσαν να επιβιώσουν ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους- θύματα της οικονομικής ύφεσης, οι οποίοι έπαιρναν κάθε πρωί τους δρόμους προς τις πιο εύπορες συνοικίες για να βγάλουν χρήματα τραγουδώντας και χορεύοντας στις γωνίες. 

Η μητέρα της, μια ακόμα καλλιτέχνης του δρόμου ιταλο-αλγερινής καταγωγής, άφησε τη μικρή Εντίθ στην φροντίδα του πατέρα της, δηλαδή της γιαγιάς της, η οποία ήταν προϊσταμένη οίκου ανοχής στη Νορμανδία. Εκείνη επέβλεψε την ανατροφή της μέχρι που η μικρή έγινε 14 οπότε και επέστρεψε στο Παρίσι και στον πατέρα της. Το 1919, τυφλώνεται για δύο χρόνια λόγω της κακής ποιότητας ζωής της. Η όραση της θα επανέλθει χωρίς κάποια θεραπεία.

Η νεαρή Εντίθ θα περάσει τα επόμενα έξι χρόνια της ζωής της σουλατσάροντας τους δρόμους του Παρισού, πρώτα ως μέρος ενός τρίου αποτελούμενου από την ίδια, την αδερφή της και τον πατέρα της. Το τρίο διαλύθηκε σύντομα και οι δύο αδερφές αυτονομήθηκαν παρουσιάζοντας το δικό τους υπαίθριο show. Κάπου εκεί εμφανίζεται ο πρώτος άντρας στη ζωή της Louis Dapont. Ο έρωτας αυτός έφερε στη ζωή τη Μαρσέλ, η οποία σύντομα πέθανε από μηνιγγίτιδα. Οι φήμες που συνθέτουν τον τεράστιο μύθο της Πιάφ, τη θέλουν να κοιμάται εκείνο το βράδυ με άντρες, με μόνο σκοπό να πληρώσει τα έξοδα της κηδείας. 

Το μικροσκοπιμό πλάσμα, ύψους 1.42 μ., άκουσε για πρώτη φορά στους δρόμους της Piggale ο Louis Leplée, ιδιοκτήτης του κλαμπ Le Gerny όπου συγχρωτίζονταν η αριστοκρατία και ο υπόκοσμος της εποχής. Αφού τη βάφτισε "Mome Piaf" της έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο στο πρόγραμμα του κλαμπ.

Η αντίδραση του κοινού ήταν ενθουσιώδης. Η σαγρέ φωνή που ξεπηδούσε από το αδύναμο κοριτσάκι με τα έντονα χαρακτηριστικά καθήλωσε τους θαμώνες του μαγαζιού ντυμένο στα μαύρα και η φήμη δεν άργησε να διαδοθεί. Ο Leplée, δολοφονήθηκε το ’36 και η ίδια κατηγορήθηκε για συμμετοχή στο έγκλημα-, η απόσταση που η νεαρή τραγουδίστρια είχε βάλει ανάμεσα στον παλιό εαυτό της και στη νέα βελτιωμένη έκδοσή της ήταν μεγάλη.

 

Από το ’35 ως τις παραμονές του μεγάλου πολέμου, η καριέρα της Πιαφ πήγαινε πρίμα. Αλλά και στη διάρκεια του πολέμου, εκείνη συνέχισε να εμφανίζεται αφού είχε πολλούς θαυμαστές ανάμεσα στους Γερμανούς κατακτητές. Κάποιοι ψίθυροι αναφορικά με τη στάση της –υπερβολικά φιλική προς τις δυνάμεις κατοχής- κατασιγάστηκαν μετά την απελευθέρωση όταν έγινε γνωστό ότι η Πιαφ διατηρούσε δεσμούς με την Αντίσταση και βοήθησε στην φυγή πολλών καταζητούμενων.

Η μεταπολεμική εποχή βρήκε την Πιαφ στο ζενίθ των δυνάμεών της, ενισχυμένη από μια σταθερή ομάδα φίλων και συνεργατών που την υποστήριζαν σε κάθε εγχείρημά της. Μάλιστα, η φήμη της διέσχισε τον Ατλαντικό όπου ταξίδεψε στις αρχές της δεκαετίας του ’50 για τηλεοπτικές εμφανίσεις και συναυλίες. Στο απόγειο της δόξας της η Πιαφ ήταν η καλύτερα αμειβόμενη τραγουδίστρια στον κόσμο και ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που μπορούσαν να λανσάρουν την καριέρα άλλων καλλιτεχνών με ένα πρόσταγμά τους. Ο Σαρλ Αζναβούρ και ο Ιβ Μοντάν, είναι δύο μόνο παραδείγματα της εξουσίας που ασκούσε στα ακροατήρια.

 

Ο ούριος άνεμος που έπνεε στην καριέρα της Πιαφ, δεν αντικαθρεφτίστηκε ποτέ στα τραγούδια της. Αυτά μιλούσαν εμμονικά για τη ζωή στον δρόμο, για πάθη που αναφλέγονται και ζωές που γίνονται συντρίμμια. Εμπνευσμένα από την προσωπική ζωή της τραγουδίστριας, η οποία ήταν έρμαιο των ερώτων της, της κακής τύχης της και της εξίσου κακής υγείας της, είναι σκοτεινά και δραματικά.  

Ο αγαπημένος της Μαρσέλ Σερντάν, παγκόσμιος πρωταθλητής της πυγμαχίας και θρύλος στη Γαλλία, πέθανε σε αεροπορικό δυστύχημα το 1949 αφήνοντας την απαρηγόρητη. Οι επόμενες σχέσεις της δεν αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ικανοποιητικές. Η εξάρτησή της από τα αναλγητικά και το αλκοόλ γίνονταν κάθε μέρα πιο ισχυρή και με τη συνδρομή της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και των τριών διαδοχικών τραυματισμών της σε αυτοκινητικά ατυχήματα που την άφησαν με σοβαρούς πόνους.

Το ’62, ταλαιπωρημένη αλλά πάντα παρούσα επί σκηνής, η Πιαφ παντρεύτηκε τον κατά πολλά χρόνια νεότερό της Théo Sarapo, έναν ελληνικής καταγωγής κομμωτή και τραγουδιστή. Μαζί έζησαν ένα χρόνο κατά τον οποίο η υγεία της τραγουδίστριας πήγαινε από το κακό στο χειρότερο –είχε πλέον διαγνωστεί με καρκίνο στο συκώτι. Παρόλα αυτά εκείνη κατάφερε την άνοιξη του ’63 να ηχογραφήσει το τελευταίο τραγούδι της "L'Homme de Berlin". Πέθανε τον Οκτώβριο της ίδιας χρόνιας στο σπίτι της στην Γκρας στη Γαλλική Ριβιέρα μετά από εβδομάδες στις οποίες έμπαινε και έβγαινε από το κώμα. Ο άντρας της και η νοσοκόμα που ζούσε μαζί τους τον τελευταίο καιρό μετέφεραν τη σωρό της στο Παρίσι χωρίς να ενημερώσουν τις αρχές σεβόμενοι, όπως είπαν, την τελευταία επιθυμία της. Το αποτέλεσμα είναι πως, αν και διατυπώθηκαν επιφυλάξεις για τα αίτια του θανάτου της Πιαφ, το μυστήριο που τον περιβάλει θα μείνει ως έχει διά παντός.

Η Πιαφ ετάφη στο πιο γνωστό νεκροταφείο του Παρισιού, το Père Lachaise, όπου αναπαύονται μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα των γραμμάτων και των τεχνών, χωρίς την ευλογία της καθολικής εκκλησίας που έκρινε ότι ο βίος της καλλιτέχνιδας παραήταν σκανδαλώδης. Το πλήρες όνομά της όταν πέθανε ήταν Edith Giovanna Lamboukas –Λαμπουκάς ήταν το πραγματικό, ελληνικό, επώνυμο του Σαραπό.Πέθανε μόνη, παραμορφωμένη από τους ρευματισμούς, νικημένη από τον καρκίνο και πάμπτωχη. Για να την αποχαιρετήσουν στριμώχτηκαν γύρω από το νεκροταφείο 40.000 άνθρωποι. Περισσότεροι κι από κείνους που γιόρτασαν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου...

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα