Όταν τελείωσε το μελάνι της Άννας Φρανκ...

Μια μέρα σαν και σήμερα έφυγε το κορίτσι που μας άφησε παρακαταθήκη το: "Παρ’όλα αυτά, εξακολουθώ να πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι είναι κατά βάθος καλοί..."

Όταν τελείωσε το μελάνι της Άννας Φρανκ...

Μια μέρα σαν και σήμερα έφυγε το κορίτσι που μας άφησε παρακαταθήκη το: "Παρ’όλα αυτά, εξακολουθώ να πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι είναι κατά βάθος καλοί..."

Ολόγυρα πλανάται το σκοτάδι. Μέσα στο δωμάτιο φέγγει αμυδρά μόνο το λιγοστό φως της λάμπας και το τσουχτερό κρύο κάνει τα δόντια να τρέμουν, γιατί το κρησφύγετο, όπου βρίσκεται η Άννα και η οικογένειά της εδώ και κάμποσο καιρό, δεν διαθέτει ούτε τα απαραίτητα. Τους προστατεύει όμως από τους Γερμανούς. Γιατί η Άννα είναι Γερμανοεβραία και άρα μαζί με την οικογένειά της αποτελούν “μίασμα” για τους υπόλοιπους “καθαρόαιμους” Γερμανούς.

Απόσπασμα από το Ημερολόγιο, 1942(…) συχνά έχω ανάγκη παρηγοριάς·πολύ συχνά μου λείπει η δύναμη, ό,τι κάνω δεν είναι αρκετό και δεν αποτελειώνω τίποτε. Δεν το αγνοώ· προσπαθώ να διορθωθώ, και κάθε μέρα χρειάζεται να ξαναρχίσω από την αρχή.  Ωστόσο, δεν είμαι πια μωρό και η χαϊδεμένη μικρούλα που γελάνε καλοσυνάτα μαζί της σε κάθε περίπτωση. Έχω το ιδανικό μου, έχω μάλιστα πολλά ιδανικά· έχω τις ιδέες μου και τα σχέδιά μου, μόλο που δεν μπορώ ακόμη να τα εκφράσω…”

Εκείνη, όμως θέλει με όλη της την καρδιά να τρέξει έξω ελεύθερη, να παίξει με τα άλλα παιδιά, να χαρεί τον ήλιο, το πράσινο που απλώνεται στους λόφους την άνοιξη, να περπατήσει στη βροχή το φθινόπωρο χωρίς να φοβάται ότι θα τη συλλάβουν λόγω της καταγωγής της. Είναι παιδί και θέλει να ζήσει. Θέλει να αλλάξει τον κόσμο και να τον μεταμορφώσει σε ένα μέρος ασφαλές για όλα τα παιδιά της γης. Μέχρι τότε όμως μοιράζεται τις σκέψεις, τους φόβους και τις ενδόμυχες επιθυμίες της με το αγαπημένο της ημερολόγιο, που διαδραματίζει το ρόλο του φίλου, του συνταξιδιώτη, του εξομολόγου, του μεσολαβητή μεταξύ εκείνης και των άλλων ανθρώπων.

Κάθεται στην άκρη του τραπεζιού και γράφει, γράφει, γράφει. Καταθέτει την ψυχή της στις σελίδες ενός ημερολογίου που έμελλε χρόνια μετά να θεωρείται ένα από τα πιο πολυμεταφρασμένα και πολυδιαβασμένα βιβλία παγκοσμίως.

Το “Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ” κι εκείνη, η Ανελίς “Άνε” Μαρί Φρανκ, που γεννήθηκε στη Φρανκφούρτη στις 12 Ιουνίου του 1929 και ήταν η δεύτερη κόρη του επιχειρηματία Ότο Φρανκ και της Εντίτ Χολέντερ. Η πρωτότοκη κόρη της οικογένειας ονομαζόταν Μαργκότ και ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερη από την Άννα. Μαζί προσπαθούσαν να φτιάξουν κάθε μέρα από την αρχή το δικό τους τεχνητό παράδεισο, ενώ γύρω τους ένιωθαν να πλανάται παντού η μυρωδιά του τρόμου και του θανάτου. Εκείνες όμως εκεί. “Προστατευμένες”, ζώντας για δύο χρόνια μέσα σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον υγρασίας και σκοταδιού, που ουδεμία σχέση είχε με παιδικές χαρές και μέρη όπου ενδείκνυται να μεγαλώνει ένα παιδί. Μέσα σε ένα κρησφύγετο, κάπου στο γερμανοκρατούμενο Άμστερνταμ.

Το τέλος, όμως βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής. Η κλεψύδρα έχει ήδη γυρίσει μετρώντας αντίστροφα το χρόνο. Η μέρα, όπου η πένα της Άννας Φρανκ θα μεταφέρει την τελευταία λέξη στο χαρτί, “χτυπάει ήδη την πόρτα”. Το ημερολόγιο δείχνει 4 Αυγούστου, του έτους 1944. Μέρα που θα χαραχτεί για πάντα στη μνήμη και στην ψυχή της οικογένειας Φρανκ, καθώς σηματοδοτεί τη μέρα που η υποτιθέμενη “περίοδος χάριτος” λαμβάνει τέλος με τρόπο επεισοδιακό. Ο ήχος από τις μπότες των ανδρών της Γκεστάπο, αντηχεί στις σκάλες κάνοντας την καρδιά να χτυπάει λες και θα εκτιναχτεί από στιγμή σε στιγμή από το στήθος, καθώς διαισθάνεται τον κίνδυνο που πηγάζει από αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει.

Γρονθοκοπήματα στην πόρτα, φωνές που σπέρνουν τον τρόμο και παγώνουν την αναπνοή στο στήθος στραγγαλίζοντας κάθε χαραμάδα ελπίδας για διαφυγή. Η οικογένεια Φρανκ ζαρώνει σε μια γωνιά και κρατιέται για τελευταία φορά από το χέρι. Σκορπισμένα όνειρα, σκορπισμένοι δεσμοί αίματος, μελάνι χυμένο στο πάτωμα, λέξεις ενός ημερολογίου που βάφτηκε με τα πιο μελανά χρώματα μεταφέροντας, όμως τη νοσταλγία μιας παιδικής ψυχής για την πιο πολύχρωμη εκδοχή της ζωής. Νοσταλγία για τα χρώματα από τα οποία φτιάχνεται το ουράνιο τόξο και τα παιδικά όνειρα για μια όμορφη κι ευτυχισμένη ζωή με λιακάδα στην ψυχή.

Η οικογένεια Φρανκ οδηγήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς, όπου η μητέρα της Άννας, Εντίτ, πέθανε από τις κακουχίες στις 6 Ιανουαρίου του 1945. Η Άννα και η αδελφή της μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπέργκεν-Μπέλσεν και πέθαναν εκεί από τύφο, η μεν Μαργκότ στις 9 Μαρτίου 1945, η δε, Άννα τρεις ημέρες αργότερα. Ο Ότο Φρανκ ήταν το μόνο μέλος της οικογένειας που επέζησε. Βρέθηκε ζωντανός στο Άουσβιτς και απελευθερώθηκε από τον Κόκκινο Στρατό.

Μετά τη σύλληψη των Φρανκ στο Άμστερνταμ, φίλοι της οικογένειας ερεύνησαν το κρησφύγετο και παρέδωσαν στον Ότο Φρανκ διάφορα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το ημερολόγιο της Άννας, που ήταν γραμμένο στα ολλανδικά. Ο πατέρας της, το εξέδωσε το 1947 με τον τίτλο “Het Achterhuis” (Το πίσω σπίτι) ή όπως είναι γνωστό στη χώρα μας, “Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ”. “Παρ’όλα αυτά, εξακολουθώ να πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι είναι κατά βάθος καλοί”, γράφει η Άννα Φρανκ σε μία από τις σελίδες του ημερολογίου…

Λόγια γεμάτα αλήθεια και αθωότητα, από μια παιδική ψυχή που μετέδωσε από άκρη σε άκρη τη δύναμη, το θάρρος και την αισιοδοξία για έναν κόσμο “όπου όλα τα παιδιά θα μπορούν να ονειρεύονται” έστω κι αν ο κόσμος γύρω τους δείχνει φαινομενικά να καταρρέει…

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα