Βασίλης Αυλωνίτης: Ήταν κάποτε ένας σπουδαίος θεατρίνος… (videos)

"Γνήσιος, πληθωρικός, άμεσος, φυσικός, σπλαχνικός, χάρισε μόνο γέλιο, αυτός ο σπουδαίος θεατρίνος που δεν ήξερε καν τα γράμματα". Της Αλεξάνδρας Τσόλκα.

Βασίλης Αυλωνίτης: Ήταν κάποτε ένας σπουδαίος θεατρίνος… (videos)

"Γνήσιος, πληθωρικός, άμεσος, φυσικός, σπλαχνικός, χάρισε μόνο γέλιο, αυτός ο σπουδαίος θεατρίνος που δεν ήξερε καν τα γράμματα". Της Αλεξάνδρας Τσόλκα.

Εκείνη η αθώα, ασπρόμαυρη εποχή του ελληνικού σινεμά, που η λαϊκή διασκέδαση με σποράκια και γέλια δυνατά, φουστανάκια με φουρό, γόβες στιλέτο, λεπτά μουστάκια και οπωσδήποτε κοστούμι, ήταν η Ελλάδα του χωματόδρομου, της γειτονιάς, της αυλής, της ελπίδας και της προσμονής. Αυλωνίτης, Βασιλειάδου, Χατζηχρήστος, Βλαχοπούλου, Φωτόπουλος, Σταυρίδης, Παπαγιανόπουλος, Βουγιουκλάκη, Καρέζη, Φόνσου, Κωνσταντάρας, Ρίζος, Μουστάκας. Εκεί, πάνω στο πανό, φιγούρες οικείες αστείοι αλλά όλο υγρασία συναισθήματος και αθωότητα ακόμα και στην πονηριά την σχεδόν παιδική. Μετά τους στριμώξαμε, τους χωρέσαμε όπως όπως στην οικιακή συσκευή της τηλεόρασης, αλλά αυτοί δε μας έκαναν τη χάρη να μικρύνουν.

 


Σαν και σήμερα, 10 Μαρτίου του 1970, ο μέγας Βασίλης Αυλωνίτης, ο θεατρίνος που σκόρπιζε γέλιο και ανθρωπιά, πέθανε από έμφραγμα μιας μεγάλης, γεμάτης καρδιάς. Τον ξέρουμε όλοι. Και οι επόμενες γενιές. Και τον έχουμε στα εικονίσματα όλων εκείνων που αγαπήσαμε πολύ, γιατί ξέρουμε πως μας αγαπούσαν επίσης…

 

 

Η ιστορία του είναι ίδια, με όλα εκείνα τα πέτρινα χρόνια της ελληνικής ιστορίας και ενός πολύπαθου λαού. Γεννιέται Πρωτοχρονιά. Είναι 1904. Νέα χρονιά και ακόμα νεότερος αιώνας. Διπλώνουν οι εποχές. Θησείο! Φτώχεια και εργατιά. Ο πατέρας αγωνίζεται με τα μεροκάματα. Από παιδάκι ο Βασίλης και ο αδερφός του βγαίνουν στην παραγωγή, αλλιώς δε βγαίνει πέρα. Παιδάκι μικρό, καλοταϊσμένο και αδυνατούλι, ερωτοδουλειά σε βιοτεχνία κατασκευής τσαντών. Τι κι αν δεν είχε μπει στην εφηβεία καν! Μικρός εργατάκος και έκανε, όποτε έλειπε το αφεντικό πως κάνει και μιμήσεις και εσκάγανε στα γέλια οι σακάτικοι συνήθως, κουρασμένοι, μια ζωή σκυφτοί εργάτες. Και εκείνος θα μεγαλώνει. Θα μεγαλώνει και θα δουλεύει… Αχθοφόρος, εργάτης σε βιομηχανία, κατασκευαστής πορτοφολιών… Κάποτε θα πιάσει δουλειά σα μαραγκός στον επίσημο σκηνογράφο ενός θεάτρου που έκανε επιθεώρηση συνήθως, στο «Έντεν», στο Θησείο. Έχει πάει και φαντάρος και είναι έτοιμος για τη ζωή του ενήλικα. Έβλεπε τι έκαναν στην σκηνή, χάζευε τις πρόβες, έπιανε φιλίες. Με το τέλος των παραστάσεων, τις νύχτες, ακολουθούσε αυτούς τους φωτεινούς, βροντόφωνους, έντονους ανθρώπους σε γειτονικό ταβερνάκι και εκεί άρχιζε τα αστεία του και τις μιμήσεις του και τις γκριμάτσες του και τον είχαν πια απαραίτητο. Κάποιο βράδυ, όπως ήταν τον πεπρωμένο, έτσι σαν αστείο, έτσι για πείραγμα και πλάκα, ο θεατρικός επιχειρηματίας σπρώχνει στη σκηνή τον νεαρό εργάτη. Το αγόρι, αντί να τα χάσει και να θελήσει να τον καταπιεί η σκηνή, κάταπιε αυτός το θέατρο όλο και το κοινό, που όρθιο τον χειροκροτούσε στο τέλος ενός αυτοσχεδιασμού, βουβού, όλο μούτες και ηθελημένες γκάφες. Ήταν η αρχή για τον σπουδαίο κωμικό Βασίλη Αυλωνίτη. Ήταν η αρχή ενός σπουδαίου, με όλη την έννοια της λέξης, την ομορφιά και τον πόνο, ήταν η στιγμή για τη λάμψη ενός θεατρίνου…

 

 


Παραστάσεις πολλές! Το κοινό κάθε βράδυ χειροκροτά και γελάει παθιασμένα! Αυλαίες σηκώνονται, υποκλίσεις γίνονται, θεατρικά έργα αλλάζουν και η φήμη του μεγαλώνει… Η χρυσή εποχή της αθηναϊκής επιθεώρησης δένεται με το όνομα του! Ούτε δραματικές σχολές, ούτε μανιέρες, ούτε οι πολλές γνώσεις της Ιστορίας του Θεάτρου τον έφτιαξαν. Μόνο ένα από τα σπλάχνα του ταλέντο και μια αγάπη για τους άλλους και να τους κάνει να γελούν! Γράμματα καλά καλά δεν ήξερε και τα κείμενα έργων θεατρικών και σεναρίων του τα διάβαζαν οι συνάδελφοι του. Έμαθε να καλύπτει τα κενά με αυτοσχεδιασμούς, με δικές του ατάκες και αστεία και τον αυθορμητισμό του. Είναι πρωταγωνιστής, είναι θιασάρχης, ανήκει στη «μεγάλη σχολή των κωμικών»!

 

 

Και κάποτε, παλιότερα, μια σκοτεινιά… Ήταν, λέει, 1932. Η τελευταία χρονιά του Ελευθερίου Βενιζέλου, στην εξουσία. Ο λαός αντιμετώπιζε τεράστια οικονομική κρίση. Πείναγε. Φορολογούνταν. Ώσπου κηρύχτηκε χρεοκοπία! Οι εξουσιαστές του και οι πολιτικοί του ήταν μπλεγμένοι σε σκάνδαλα και η σκανδαλολογία κυριαρχούσε στις εφημερίδες όπου κάτι ταλαίπωροι δημοσιογράφοι έκαναν τη δουλειά τους και κυρίως έκαναν ισχυρούς εχθρούς. Στο Περοκέ, όμως, ο κόσμος έτρεχε να ακούσει τα νούμερα που κάθε μέρα σχεδόν ανανεώνονταν και να ξεφωνίζουν τους πολικούς, στην «Κατεργάρα».

Μεγάλη επιτυχία έκανε ο 27χρονος Βασίλης Αυλωνίτης, με το νούμερο του «Απ' τους πολιτικούς βγήκαν τα κολοκύθια». Μίλαγε για τα σκάνδαλα, έλεγε ονόματα, κυρίως τα έβάζε με έναν υπουργό, τον Γαλόπουλο και το «σκάνδαλο της κινίνης». Μέσα φώτα και λούσα και καταγγελτικά αστεία, ικανά να ρίξουν κυβερνήσεις. Έξω; Σκοτάδια, παρακράτος και αιώνιοι Εφιάλτες – Κοτζαμάνηδες με το φόνο στα μάτια. Πρώτη σειρά στο νούμερο του Αυλωνίτη, κάθονται οι τέσσερις άντρες. Απ' την πρώτη σειρά, σηκώνονται και ανεβαίνουν στην σκηνή. Το όπλο, πριν καλά κρυμμένο, στοχεύει τον ηθοποιό στο κεφάλι. Ρόπαλα σπάνε τη σκηνή. Ο κόσμος χειροκροτεί. Λέει στο νούμερο θα 'ναι! Ένας 35χρονος, άντρας, τεχνικός, ο Παναγιώτης Μωραΐτης, βγαίνει να δει τι γίνεται στη σκηνικό. Ο Αυλωνίτης σκύβει και τρώει αυτός την σφαίρα, μοιραία, να κάνει αυλαία στην ζωή του. Οι τέσσερις πυροβολούν πια τύφλα. Το κοινό ουρλιάζει και σπρώχνεται προς την έξοδο. Ο Αυλωνίτης συγκλονίζεται. Χάθηκε μια ζωή και φταίει, λέει. Δε θέλει να ξανανέβει στην σκηνή. Η επιθεώρηση είναι χαρά και γέλιο, όχι θάνατος, όχι αιματοβαμμένη η αυλαία της. Οι συλλήψεις αργούν. Το κουτί της Πανδώρας ανοίγει στα δικαστήρια και δεν έχει στο βάθος του, δώρο στους ανθρώπους, ελπίδα, αλλά μόνο φόβο. Σχέδια δολοφονιών, λίστες με ονόματα, ηθοποιοί, διευθυντές εφημερίδων, οι ταλαίπωροι δημοσιογράφοι που λέγαμε πιο πάνω, διανοούμενοι. Δυο αθωώθηκαν και δυο δικάστηκαν για εφτά χρόνια. Βγήκαν νωρίτερα! Όπως πάντα! Όπως ξέρουμε καλά… Ο Αυλωνίτης δεν μπόρεσε να ξεχάσει το περιστατικό σε όλη του τη ζωή, θεωρώντας τον εαυτό του υπαίτιο για την τραγωδία! Ο Αλέκος Σακελάριος έλεγε πως ο Αυλωνίτης είχε πάντοτε τύψεις πως έγινε αιτία να σκοτωθεί ένας άνθρωπος! Άλλωστε και η ανάκριση αποφάνθηκε πως υπαίτια ήταν η καυστική σάτιρα και όχι το χέρι των φονιάδων! Στο τέλος, η σάτιρα και η επιθεώρηση οδηγήθηκαν  με αφορμή όλο αυτό στον διαβόητο νόμο «περί Τύπου», ο οποίος έφερε τη λογοκρισία στο θέατρο...


 



Όταν θα επιστρέψει στην θεατρική δράση θα γνωρίσει τεράστιες επιτυχίες χάρη στην συνεργασία του με την Γεωργία Βασιλειάδου και τον Νίκο Ρίζο. Η «κωμική τριάδα»  περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα και παντού όπου υπάρχουν Έλληνες, σε Ευρώπη και Αμερική! Μαζί τους θα κάνει και τεράστιες κινηματογραφικής επιτυχίες απ αυτές που ακόμα μας κάνουν να γελάμε. Και κάποτε, όπως το έχω ξαναγράψει, αυτός ο πρωταγωνιστής της επιθεώρησης, θα συναντιόταν για το σινεμά, με την Μαίρη Αρώνη, μεγάλη κυρία του θεάτρου πρόζας, του Εθνικού μας θεάτρου. Απ το πρωί, στο πρώτο γύρισμα είχε αρχίσει την γκρίνια. «Και τις ξέρω εγώ αυτές τις κυρίες! Και θέλουν τα κυρία Αρώνη μου και τα κυρία Αρώνη μου! Και θέλουν τα χειροφιλήματα και δως του να σκύβω εγώ την μέση μου, ματς και μουτς!». Αργούσε η Αρώνη, μανούριαζε ο Αυλωνίτης. «Ε, βέβαια, αργούν κιόλας οι κυρίες. Του Εθνικού αυτές, βλέπεις! Και θα πρέπει και να σκύψω να της φιλήσω το χέρι και να τα ματς μουτς. Ε! Όχι κυρία μου! Μας στήνετε, λες και είστε η βασίλισσα της χώρας, θέτε χειροφιλήματα από πάνω». Κάποια στιγμή, φτάνει πληθωρική, υπέρκομψη, σαρωτική η Μαίρη Αρώνη, με, πραγματικά, μεγάλη καθυστέρηση. Μες στα αρώματα, το κομψό ταγιέρ, το καπέλο της, τα τακουνιά, την σφιχτά δεμένη μικρούλα μέση, ορμά, γαλίφικα, προς τον Αυλωνίτη, αγνοώντας όλους τους άλλους. «Αχ, κύριε Αυλωνίτη μου! Μεγάλη μου τιμή που σας γνωρίζω. Δεν χάνω ταινία σας και είμαι μεγάλη θαυμάστρια της. Ο λόγος που παίζω σ αυτήν την ταινία είναι που θα ήσασταν και εσείς και θα έβλεπα την δουλειά σας από κοντά». Και ο Αυλωνίτης, μαγεμένος, σκύβει τη μέση του και της λέει: «Που 'ναι το χεράκι σας, να το φιλήσω κυρία Μαιρούλα μου;»… 


 



Πιο πριν, ο παραγωγός Φιλοποίμην Φίνος αρνιόταν λυσσαλέα να τον συμπεριλάβει στο καστ της ταινίας «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο»! Ο Αλέκος Σακελάριος που τον πίστευε πολύ, παρακαλούσε για τον Αυλωνίτη και ο Φίνος απαντούσε, για πολύ καιρό πως «Όχι! Δεν τον θέλω!». Ο Σακελάριος δεν έκανε πίσω, αλλά ούτε και ο Φίνος και έτσι περνούσε ο καιρός. Τελικά ο μέγας Σακελάριος έκανε το δικό του, πείθοντας τον ιερό πια, παραγωγό μας αφού ανέλαβε προσωπικά το ρίσκο για τη διανομή. Η ταινία υπήρξε τεραστία επιτυχία και ο Βασίλης Αυλωνίτης στάθηκε αρχετυπικά ως ο καλόκαρδος, εξωστρεφής και τόσο ανθρωπινός λατερνατζής… Μάλιστα ο Φιλοποίμην Φίνος θα επιστρέψει στην ταινία και στον πρωταγωνιστή που δεν ήθελε με την συνέχεια της, το «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο» του 1957, λατρεύοντας πλέον τον Αυλωνίτη!

 



Εβδομήντα πέντε ταινίες έκανε τελικά ο Βασίλης Αυλωνίτης, απ τις οποίες ακόμα θυμόμαστε ατάκες και αστεία και γελάμε και τα χρησιμοποιούμε στο καθημερινό μας λόγο. Η πιο αγαπημένη μας προσωπικά; «Οι γαμπροί της Ευτυχίας»! Εκεί η συνύπαρξη με τον Νικο Ρίζο και την υπέροχη Γεωργία Βασιλειάδου είναι απόλαυση… Και οι τρεις μαζί κίντυνε ρόλους σε ταινίες – σύμβολα όπως τα φιλμ  «Καφετζού», «Η κυρία δήμαρχος», «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα κι ο κοντός», «Ο θησαυρός του μακαρίτη»... Ο ίδιος δεν είχε δει παρά ελάχιστες από τις ταινίες του! Σχολίασε γι' αυτό σε συνέντευξη που έδωσε κάποτε στον Δημήτρη Λυμπερόπουλο πως «Δημητράκη, θα τις δω στον άλλο κόσμο, όπου, δεν μπορεί, κάποιος εβραίος ή Έλληνας θα έχει στήσει σινεμά»...


 



Κράτησε πάντα την προσωπική του ζωή μακριά από τη δημοσιότητα, αλλά και οι άνθρωποι είχαν να ασχοληθούν με τα έργα του και όχι με κουτσομπολιά. Σεμνός λένε, άνθρωπος και με σεβασμό στις γυναίκες, μια φορά ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα μια ωραία Αγγλίδα και την παντρεύτηκε. Με την αγαπημένη του Γιογιό απέκτησαν δύο παιδιά, τον Γιάννη και την Ελένη. Έζησε δημιουργικά, αγαπημένα, σκόρπισε χαρά και πήρε πίσω θαυμασμό και ευχαριστίες γιατί είναι «δικός μας άνθρωπος» τόσα χρόνια. Και ξανά χειροκρότημα…

 

 

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα