Καρβέλας και Βίσση αναδεικνύουν «το έρεβος της ανθρώπινης ύπαρξης»

Νέα ροκ όπερα «Οι καμπάνες του Edelweiss» όπως στο Μπρόντγουεϊ, λέμε... Της Αλεξάνδρας Τσόλκα.

Καρβέλας και Βίσση αναδεικνύουν «το έρεβος της ανθρώπινης ύπαρξης»

Νέα ροκ όπερα «Οι καμπάνες του Edelweiss» όπως στο Μπρόντγουεϊ, λέμε... Της Αλεξάνδρας Τσόλκα.

Χρόνια πίσω. Άννα Βίσση σύμβολο! «Απόλυτη» ελληνίδα σταρ! Ποπ κυρίως, αλλά με εικόνα ροκ σταρ! Πάντα ερωτευμένοι μαζί της εμείς! Από τότε που μικρούλι κορίτσι, με ριχτά ινδικά ρούχα, όλο μάτια, από την Κύπρο, τραγουδούσε τα «Λιανοτραγουδα της Πικρής Πατρίδας» και «Κυκλάμινο, κυκλάμινο στου βράχου την σχισμάδα» ή «Στα χρόνια της υπομονής». Μετά ελάφρυνε το πράγμα με Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και «Ας κάνουμε απόψε μια αρχή» σε ωραίο «Κίτρινο, γαλάζιο και μενεξεδί» αλλά και με «Μεθυσμένη Πολιτεία» και «Αυτός που περιμένω» και μια άλλη εικόνα, γέννημα εποχής σχιζοφρενικής και παράδοξης.

Η μικρή αγαπημένη από τον Ρίτσο, τον Ελευθερίου, τον Κουγιουμτζή και τον μέγα Μίκη Θεοδωράκη, περνάει στα «Σαν κι εμένα καμιά», «Χούλα χουπ, χούλα χουπ, φόρα την κουλούρα σου και κούνα τη μεσούλα σου. Χούλα χουπ, χούλα χουπ, χούλα χουπ, μωρό μου, χούλα χουπ.», «Μου αδειάζεις κάθε λίγο και λιγάκι, κινητό τηλεφωνική, μου αδειάζεις κάθε λίγο και λιγάκι. Εγώ σ’ αγαπάω, εγώ σε φροντίζω τις μπαταρίες σου με αγάπη τις γεμίζω! Εγώ σ’ αγαπάω. Εγώ σε φροντίζω και τις μπαταρίες σου με αγάπη τις γεμίζω», αλλά και «αγάπη είναι ο ιδρώτας στο μπλουζάκι σου, τα σχισμένα τα τσιγάρα στο τασάκι σου, η σκόνη στα παπούτσια που φοράς, τα κομμένα νύχια που πετάς, η λάμψη των ματιών σου, το σουσάμι απ’ το κουλούρι στις σχισμούλες των δοντιών σου…»… Και να σταθώ και στο αγαπημένο μου, αν και όχι αναγνωρισμένο όσο του άξιζε «πόσες φορές είπαμε πυρ, μα τα βαμπίρ, δεν πεθαίνουν έτσι απλά, μ’ ένα σκέτο γεια χαρά και πάμε γι’ άλλα! Πόσες φορές είπαμε πυρ, μα τα βαμπίρ δεν τελειώνουν με σωστές εξηγήσεις φιλικές κι όλα μέλι, γάλα. Σ’ ένα λαβύρινθο χαμένοι κι δυο ψάχνουμε τρόπο για να βγούμε από δω. Πρέπει το βαμπίρ μέσα μας που ζει, πρέπει το βαμπίρ μέσα μας που ζει να πεθάνει»! «Πάρε με μια βόλτα αστρική, με ένα σου ηλεκτρικό φιλί. Πάρε με μια βόλτα μαγική, δίχως βενζίνη! Ένα κερί, υγρασία, μια βρύση που στάζει, τηλεκοντρόλ η καρδία, σταθμούς που αλλάζει. Κάτι μου λες στο αυτί που σε σκέψεις με βάζει και ξαφνικά τίποτα δε με νοιάζει»…

 

 

… Ε, ναι! Έχω ακούσει και χειρότερα από άλλους και καλύτερα απ’ τον ίδιο συνθέτη. Σε εποχές μεθυσμένες, φαραωνικών αφισών, εγερθείσης δόξας, σε ένα παράλληλο σύμπαν που η παραλιακή, η Ιερά Οδός, η Πειραιώς, η Συγγρού ήταν στο Λος Άντζελες και μέσα λάμπαν παγκόσμια οι καριέρες του αμανέ σε τεχνητή γονιμοποίηση με την ποπ και μετά τη ραπ, με γεννήματα υβριδικά τεράτων καψούρας, μεγαλείου, επίδειξης και χολιγουντιανής έπαρσης θαμώνων και τραγουδιστών. Μάχες με γαρύφαλλα, ποιος θα πετάξει πιο πολλά, τουαλέτες για κόκκινο χαλί κάθε βράδυ, υπερτιμήσεις φιαλών, ξημερώματα μεθυσμένες φυγές από πάρκινγκ, αποτσίγαρα, hang over, τσαμπουκάδες, φωτογραφίες πάνω από πιατέλες με φιστίκια και μια διασκέδαση επιδειξιμανίας «κάθισα στο πρώτο τραπέζι»… Η Βίσση κι απ’ αυτό σώθηκε! Η Βίσση αναμετρήθηκε και με τα μεγάλα τραγούδια και με εκείνα που κόβονταν στα μέτρα της σπουδαίας ερμηνευτικής της δύναμης, όπου ακόμα και την κοινοτυπία την κάνει να ακούγεται σπαραγμός. Σώθηκε δε κι απ’ την εποχή του «ταγαριού και του σανδαλιού» κι απ’ την εποχή του μπουζουκοαμανέ και της μεγάλης σοβαροφανούς φτήνιας.

 

 

Ναι, ο Νίκος Καρβέλας είναι ο πρώτος έλληνας συνθέτης που παρουσίασε πρωτότυπη μουσική και λιμπρέτο για ροκ όπερα και αυτό είναι αναμφισβήτητο! Και ότι το έκανε ειλικρινά, όχι ως οικονομική αλλά ως καλλιτεχνική διέξοδο, αποδεικνύεται από το ότι το επιχείρησε το 1991, πρώτη φορά και με επιτυχία. Φέτος, όπως ήδη συζητείται εδώ και καιρό, ο Καρβέλας θα παρουσιάσει το νέο του έργο, «Οι καμπάνες του Edelweiss», φυσικά με την Άννα Βίσση, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, σε παραγωγή πλουσιοπάροχη όπως πάντα και φαντασμαγορική του «Πάνθεον». Η πρεμιέρα αναμένεται να γίνει την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου. Πολυπληθής, όπως και στις προηγούμενες δουλειές του Καρβέλα και της Βίσση, θα ‘ναι ο θίασος, όπου ανάμεσα τους ξεχωρίζουν οι σημαντικοί Θανάσης Αλευράς, Νικόλαος Καραγκιαούρης, Γιάννης Σαμσιάρης, Αιμιλιανός Σταματάκης και Τάνια Τρύπη, ενώ επί σκηνής θα βρίσκεται και ένα ροκ συγκρότημα.

 

 

Η υπόθεση περιληπτικά, αφορά στην ιστορία μίας μητέρας η οποία χάνει τον γιo της. Xρόνια αργότερα, συναντιούνται ξανά χωρίς να ξέρουν την ταυτότητα τους και, επειδή η μαμά είναι η Βίσση, ερωτεύονται! Το θέμα, ήδη, σηκώνει αμφισβήτηση μιας και παραπέμπει σε ελληνικό μελό ασπρόμαυρο, με τον Βοσκόπουλο και την Άντζελα Ζήλεια ως χαμένα αδέλφια που ερωτεύονται και τον Λαυρέντη Διανέλο, βασανισμένο καλοκάγαθο κηπουρό συνήθως, να ξέρει την αλήθεια! Θα μου πεις και το «Οιδίπους τύραννος», περίπου για το πώς έγινε ομόκλινος του πατρός, αιμομίκτης, σύζυγος της μητέρας του και επιπλέον πατροκτόνος, ο ήρωας μας λέει, αλλά ας μείνουμε στη φιλότιμη προσπάθεια και στο μελό και ας μην το κάνουμε οι ίδιοι δράμα το πράγμα. Παρ’ όλα αυτά οι συντελεστές βάζουν τον πήχη ψηλά και μας υπόσχονται πως το έργο αποτελεί «ένα μουσικοθεατρικό όραμα που διεισδύει και αναδεικνύει το έρεβος της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από μία συγκλονιστική ιστορία». Μετά απ’ αυτή την κάθε άλλο παρά σεμνή δήλωση πρόθεσης και τον αυτοχαρακτηρισμό, ίσως και η αναμέτρηση του έργου να είναι με τον Σοφοκλή βέβαια…

 

 

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα