Άρης Τερζόπουλος: Η ιστορία του εκδότη που άλλαξε τα περιοδικά

"Δέκα χρόνια μετά το τελευταίο τεύχος, το ιστορικό ΚΛΙΚ ξαναχτυπά". Του Διονύση Θανάσουλα.

Άρης Τερζόπουλος: Η ιστορία του εκδότη που άλλαξε τα περιοδικά

"Δέκα χρόνια μετά το τελευταίο τεύχος, το ιστορικό ΚΛΙΚ ξαναχτυπά". Του Διονύση Θανάσουλα.

«Εκεί γύρω στις 5:00 το απόγευμα, τα γραφεία στην οδό Φραγκοκκλησιάς βρίσκουν τη 'σωστή' τους ατμόσφαιρα. Έχοντας ζήσει στα γραφεία αυτά για περισσότερο από 30 χρόνια, μπορώ να έχω προσωπική άποψη για το πότε οι χώροι αυτοί βρίσκουν τον καλύτερο εαυτό τους. Κατά τις 5:00 το απόγευμα ο ήλιος αρχίζει να γέρνει και οι ακτίνες του γίνονται λιγότερο κάθετες και περισσότερο φιλικές. Καθώς η ώρα πλησίαζε τις 6:00, γύρισα τα μάτια μου προς τα δυτικά και συνειδητοποίησα πως σ’ αυτά ακριβώς τα γραφεία έχει γραφτεί ένα μεγάλο και σημαντικό μέρος της ιστορίας του σύγχρονου περιοδικού Τύπου στην Ελλάδα. Μετά ξανακοίταξα μπροστά μου τα χαρτιά και τα σχέδια που είχα πάνω στο γραφείο. Το ζήτημα είναι τι είδους ιστορία θα γραφτεί από ’δω και πέρα…»

Για τον κύριο Άρη Τερζόπουλο, η ιστορία που γράφτηκε από τον Μάιο του 2003 όταν αποτύπωνε τις σκέψεις του στο παραπάνω απόσπασμα για το editorial του ΚΛΙΚ με τίτλο «Ολική Επαναφορά», δεν στάθηκε καλή μαζί του. Το έντυπο που άλλαξε την ιστορία του περιοδικού Τύπου στην Ελλάδα ανέστειλε οριστικά την έκδοσή τον Δεκέμβριο του 2005, μετά από 219 τεύχη. Μόνο που απ’ ότι φαίνεται ο Άρης Τερζόπουλος είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει παρά την αποτυχία του ιντερνετικού ΚΛΙΚ, ένα εγχείρημα που έληξε άδοξα πριν από λίγους μήνες.

Η απόφασή του να επιστρέψει ξανά στα εκδοτικά δρώμενα -οι πληροφορίες τοποθετούν την νέα αρχή στις αρχές ή στα μέσα του Φεβρουαρίου- είναι σίγουρα μια πρόκληση για τον δανδή εκδότη με τις εστέτ ανησυχίες.

Το κτήριο στην οδό Φραγκοκκλησιάς 7, εκεί όπου πριν από 20 χρόνια στήθηκε το ΚΛΙΚ, ήταν πάντα ένα μέρος που λάτρευε ο Τερζόπουλος. Βρισκόταν σχεδόν μόνιμα μέσα στο γραφείο με τις τρεις τηλεοράσεις και τους πίνακες ζωγραφικής του πατέρα του με τις σεβάσμιες μορφές γερόντων, να τον «κοιτούν» βλοσυρά από τους τοίχους.

Κανείς δεν ξέρει προς το παρόν αν το νέο ΚΛΙΚ θα βγει εκεί, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, ή και στις δύο αφού ο εκδότης κρατάει το στόμα του κλειστό...

 

 

Η παρουσία του πριν από λίγες εβδομάδες στα γενέθλια στενής του φίλης από τον επιχειρηματικό κόσμο, σχολιάστηκε θετικά αφού οι δημόσιες εμφανίσεις του είναι σπάνιες. Τότε, ελάχιστοι άνθρωποι -και σίγουρα όχι από αυτούς που έδωσαν το παρόν στην συγκεκριμένη βραδιά- ήξεραν για το νέο εγχείρημα του εκδότη.

Έχοντας δεχτεί -χωρίς να το αξίζει λένε οι φίλοι του- πολλά πλήγματα τα τελευταία χρόνια όπως το διαζύγιο με την σύζυγό του Ευγενία, κατάφερε να σταθεί όρθιος και τώρα να επιστρέψει ξανά στον τόπο του εγκλήματος. Ειδικά το διαζύγιο για τον χαρισματικό εκδότη με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα ήταν πολύ βαρύ, αφού είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα την σχεδόν τριάντα χρόνια μικρότερή του Ευγενία όταν την πρωτοείδε στα γραφεία του κτηρίου της Φραγκοκκλησιάς, εκεί όπου γράφτηκε ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο του Ελληνικού περιοδικού Τύπου.

Ένα κεφάλαιο που έκλεισε με την πιο δραματική κατάληξη για τον χίπη της δεκαετίας του ’70, που λάτρευε τα ταξίδια, τις ωραίες γυναίκες, ότι είχε να κάνει με μεταφυσικά φαινόμενα, τον διαλογισμό και το εκδοτικό ρίσκο, για να ανοίξει ξανά δέκα χρόνια μετά.

 

Το περιοδικό που άλλαξε τα πάντα

Κυκλοφορώντας σχεδόν πάντα στα Βόρεια προάστια και τα καλοκαίρια στην αγαπημένη του Μύκονο, στην οποία ήταν από τους πρώτους που αγόρασε σπίτι κοντά στο αεροδρόμιο, ο Άρης Τερζόπουλος στα χρόνια της νιότης του είχε πολλά πράγματα στο μυαλό του. Η γνωριμία του με την εκθαμβωτική Λάουρα Ντε Νίγκρις, μια Βραζιλιάνα καλλονή, θα καταλήξει σε γάμο ενώ ένας άλλος γάμος, εκδοτικός αυτός, θα γεννηθεί λίγους μήνες μετά την γνωριμία του με τον Πέτρο Κωστόπουλο στη Μύκονο.

Όταν του προτείνει να βγάλουν ένα περιοδικό τσέπης, ο Κωστόπουλος δεν ενθουσιάζεται και όταν ο Άρης τον ρώτησε αν είχε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του, «γεννήθηκε» το έντυπο που έμελλε να αλλάξει τον περιοδικό Τύπο στην Ελλάδα. Ο Κωστόπουλος κάνει ένα κολάζ σελίδων από ξένα περιοδικά, το δείχνει στον Τερζόπουλο και παίρνει το ok να προχωρήσει, στήνοντας την συντακτική ομάδα του ΚΛΙΚ.

Τον Απρίλιο του 1987 το πρώτο τεύχος του περιοδικού που κρεμιέται στα περίπτερα έχει εξώφυλλο τον Max Headroom, γκάλοπ για τις σεξουαλικές φαντασιώσεις των Ελλήνων και ένα κομμάτι για τις μικρές αδυναμίες του Ανδρέα Παπανδρέου. Η υποδοχή από το κοινό δεν είναι θερμή και για τα επόμενα δύο τεύχη ο Τερζόπουλος «μπαίνει μέσα» από το ΚΛΙΚ γύρω στα είκοσι εκατομμύρια δραχμές, ενώ στην εκδοτική πιάτσα γελάνε με το τολμηρό εγχείρημα.

 

 

Το τεύχος-αφιέρωμα στο σεξ θα εκτινάξει την κυκλοφορία του περιοδικού για τα καλά και οι πωλήσεις ξεπερνούν τις 120.000 τεύχη, ενώ το δημοσιογραφικό ταλέντο που κυκλοφορούσε στα γραφεία της Φραγκοκλησιάς ήταν τέτοιο που δημιούργησε μια πραγματική έκρηξη, τόνιζε στο editorial για τα 200 τεύχη του περιοδικού ο Τερζόπουλος.

Ο Τερζόπουλος δεν επενέβη ποτέ στο περιοδικό και την θεματολογία του και κάποιοι συντάκτες θυμούνται ακόμα ότι μέσα στον πανικό όταν έκλεινε τεύχος και τον αναζητούσαν, τον έβρισκαν στο γραφείο του να διαλογίζεται ντυμένος στα λευκά στην στάση του λωτού.

Η ρήξη του με τον Κωστόπουλο θα έρθει οχτώ χρόνια μετά τον θρίαμβο του ΚΛΙΚ, όταν ο τελευταίος θα του ζητήσει να γίνει μέτοχος στον Όμιλο και να βγάλουν κι άλλα περιοδικά. Η αποχώρηση Κωστόπουλου με όλο το δημοσιογραφικό team -όπως ακούστηκε τότε πήραν όλοι τα διπλάσια λεφτά- που μεγαλουργούσε στο ΚΛΙΚ ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για το περιοδικό.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, παρά την συνεργασία με τον ΔΟΛ στον οποίο ο Τερζόπουλος πούλησε το 50% του ΚΛΙΚ και του ανδρικού περιοδικού ΜΕΝ, η κυκλοφορία του περιοδικού δεν στάθηκε ικανοποιητική.

Τα λόγια που έγραψε για την απώλεια του πατέρα του ταιριάζουν απόλυτα, σαν ένα περίεργο όσο και θλιμμένο παιχνίδι της μοίρας, στην πτώση του ανθρώπου που έκανε την δημοσιογραφική πιάτσα να μιλάει για την «π.Κ. (προ ΚΛΙΚ) και μ.Κ. (μετά ΚΛΙΚ) εποχή». «Εκείνο το βράδυ αισθάνθηκα καλά το αδυσώπητο της απώλειας. Κάθισα μπροστά σ’ ένα παράθυρο και κοίταζα τα φώτα του Σάο Πάολο. Στα μάτια μου έτρεχαν δάκρυα, αλλά δεν ήταν δάκρυα πικρά. Ήταν δάκρυα τρυφερά…»

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα