Σόνια Θεοδωρίδου: Συνέντευξη με μια σοπράνο... λαϊκή!

Η καλλιτέχνιδα που έχει εμφανιστεί στα σπουδαιότερα λυρικά θέατρα της Ευρώπης σε μια εκ βαθέων συζήτηση με τον Άγγελο Κουτσούκη.

Σόνια Θεοδωρίδου: Συνέντευξη με μια σοπράνο... λαϊκή!

Η καλλιτέχνιδα που έχει εμφανιστεί στα σπουδαιότερα λυρικά θέατρα της Ευρώπης σε μια εκ βαθέων συζήτηση με τον Άγγελο Κουτσούκη.

H Σόνια Θεοδωρίδου είναι μια από τις πιο σημαντικές λυρικές τραγουδίστριες της εποχής μας, με καριέρα στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου. Στην Ελλάδα την ξέρουμε λιγότερο απ΄ ότι την γνωρίζει ένας μέσος Ευρωπαίος. Και η αλήθεια είναι ότι αν ρωτήσεις στον δρόμο έναν περαστικό, ονόματα σαν της Τερέζας Στράτα, της Αγνής Μπάλτσα, της Έλενας Σουλιώτη ή της Σόνιας Θεοδωρίδου, το πιο πιθανό είναι ότι δεν του λένε τίποτα.

Η σχέση μας με την κλασική μουσική δεν ήταν πάντα η καλύτερη. Αλλά ακόμα και αυτοί που γνωρίζουν, θα την αποκαλούσαν «αιρετική». Αρνήθηκε να υποταχθεί στην εικόνα της πριμαντόνα και τραγουδά ,πέρα από το κλασικό ρεπερτόριο και μουσικές που της αρέσουν πολύ.

Έχει ηχογραφήσει albums με τραγούδια του Χατζιδάκι, του Brel, τραγούδια από τον παγκόσμιο κινηματογράφο και, πρόσφατα μελοποιημένα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη. Όλα αυτά τα τραγουδά σε  ένα παγκόσμιο  κοινό. Αυτή την εποχή προετοιμάζεται για να ηχογραφήσει Σεφαραδίτικα τραγούδια.

Περαστική από την Ελλάδα, τραγούδησε στις φυλακές Αυλώνα για τους φυλακισμένους. Ευαισθητοποιημένη από την εποχή που ζούμε, ιδρύει μουσικές βιβλιοθήκες σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Γιατί δεν ξεχνάει ότι και η ίδια ξεκίνησε από την Βέροια και τραγούδησε για να πάρει την υποτροφία «Μαρία Κάλλας» με δανεικό φουστάνι και δανεικά παπούτσια. Νοιώθει γνήσια Ελληνίδα και το φωνάζει. Ξέρετε πολλούς επώνυμους συμπατριώτες μας που το κάνουν αυτό την εποχή που ζούμε;

Μιλήσαμε πολλή ώρα, και αυτή η κουβέντα που θα διαβάσετε δεν έχει ούτε τα μισά από όσα είπε.Θα προσθέσω κάτι που δεν της το είπα, γιατί ντράπηκα να το πω μπροστά της. Αν υπήρχαν ακόμα δέκα Έλληνες σαν κι αυτή σήμερα, η Ελλάδα θα ήταν αλλιώς.  
 

 

-Είστε μια από τις λίγες Ελληνίδες λυρικές τραγουδίστριες που τραγούδησαν στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου. Για να πιάσουμε την αρχή του νήματος, θα σας γυρίσω αρκετά χρόνια πίσω. Όταν πήρατε την υποτροφία «Μαρία Κάλλας». Κάπου εκεί ξεκίνησαν όλα...

-Ναι, εκεί μου δόθηκε η ευκαιρία να μπορέσω να σπουδάσω σε ένα μεγάλο Πανεπιστήμιο. Κάπως έτσι βρέθηκα στην Ανώτατη Ακαδημία της Κολωνίας και αργότερα στο Λονδίνο.

 

-Πόσο εύκολο είναι για μια Ελληνίδα τραγουδίστρια να σταθεί μπροστά σε αυτό το μεγαλείο που κουβαλούν όλα αυτά τα μεγάλα λυρικά θέατρα; Φαντάζομαι ότι ο δρόμος είναι δύσκολος.

-Θα σας απαντούσα ότι είναι πιο δύσκολος ο δρόμος για να πάω από εδώ μέχρι την Λυρική Σκηνή, παρά να πάω στο Κόβεν Γκάρντεν ή την Όπερα της Βιέννης.

 

-Γιατί είναι πιο δύσκολος;

-Γιατί δεν έχω το «βύσμα». Τόσο απλά.

 

-Τόσο απλά. Αυτή η πορεία σας μας κάνει περήφανους για μια συμπατριώτισσα μας που τραγουδά στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου, αλλά αυτό που σας διαφοροποιεί από τις άλλες συναδέλφους σας είναι ότι τολμήσατε να κάνετε πολλά και διαφορετικά πράγματα. Στο δικό μου μυαλό, αυτό μεταφράζεται σαν προσπάθεια να επικοινωνήσετε μέσα από την τέχνη σας με τον πολύ κόσμο και όχι μόνο με το «ειδικό» κοινό.

-Ακριβώς έτσι είναι. Υπάρχουν δύο λόγοι που το κάνω. Ο ένας είναι απόλυτα εσωτερικός, γιατί βαριέμαι πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα να τραγουδώ εκατό φορές «Τραβιάτα» και άλλες εκατό φορές ‘’Cosi fan tutti’’. Ο δεύτερος λόγος είναι καλλιτεχνικός, γιατί ψάχνω καινούργιες φόρμες. Υπάρχουν πράγματα που δεν με έχουν ικανοποιήσει και θέλω οπωσδήποτε να τα εκπληρώσω, γιατί είμαι βαθιά λαϊκός άνθρωπος, πέρα από αυτό που κάνω.

 

 

-Αυτό που είπατε είναι πολύ μεγάλη κουβέντα, γιατί σημαίνει ότι αναγνωρίζετε στον εαυτό σας κάποια πράγματα που έχετε πάρει ως παιδί, μεγαλώνοντας στην Ελλάδα και τα έχετε αφομοιώσει. Προφανώς εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα σας και βγαίνουν με την πρώτη ευκαιρία.

-Έτσι είναι. Γεννήθηκα στην Βέροια, από την μεριά της μάνας μου είμαι από τον Πόντο, από την μεριά του πατέρα μου από την Θράκη. Έχω ρίζες προσφύγων. Τελείωσα το σχολείο με τα χίλια ζόρια και μετά βρέθηκα στην Αθήνα στο Εθνικό Ωδείο. Ξαφνικά βρέθηκα στο περιβάλλον που ήθελα να είμαι. Έφυγα από την καταπίεση της επαρχίας. Είχα μια σπουδαία δασκάλα, την Καίτη Παπαλεξοπούλου (κι αυτή Πόντια) που με βοήθησε πολύ. Όταν άκουσα για την υποτροφία Κάλας, πήγα με δανεικό φόρεμα, με δανεικά παπούτσια, δεν είχα τίποτα... Βρέθηκε μπροστά μου ο Χρήστος Λαμπράκης, δεν τον γνώρισα, τον ρώτησα «Εδώ δίνουν εξετάσεις για τις υποτροφίες;» Μου λέει «ναι».

Μπήκα μέσα, τραγούδησα και βγαίνοντας μου είπαν όλοι, «εσύ θα την πάρεις την υποτροφία». Πήγα στην Κολωνία, έκανα το master μου και στις τελευταίες εξετάσεις υπάρχει μια κρατική επιτροπή που έρχεται και ακούει τα νέα ταλέντα. Με πλησίασαν και με ρώτησαν αν θα μπορούσα να πάω στο Πάσαου. Ούτε ήξερα πού είναι. Είναι μια μικρή κωμόπολη κοντά στο Μόναχο. Εκεί μου ζήτησαν να τραγουδήσω «Ιφιγένεια εν Ταύροις». ΄Έκανα οντισιόν και μου λέει ο μαέστρος: «Τα είπατε πολύ ωραία, αλλά πείτε μου γιατί πρέπει να πάρω εσάς και όχι κάποια από τις άλλες τραγουδίστριες;» Τον κοίταξα στα μάτια και του είπα «γιατί είμαι Ελληνίδα».

 

-Αυτό είναι ένα στοιχείο που είναι πολύ έντονο πάνω σας. Να αναφέρουμε κάποια ονόματα Ελληνίδων τραγουδιστριών τού λυρικού θεάτρου που έκαναν μεγάλες καριέρες σε όλον τον κόσμο. Μαρία Κάλας, Τερέζα Στράτας, Αγνή Μπάλτσα, Ελενα Σουλιώτη... Πώς γίνεται, από μια χώρα που δεν έχει τέτοια παράδοση, δεν έχει μουσικές Ακαδημίες να βγαίνουν τέτοιες φωνές, τέτοιες τραγουδίστριες παγκόσμιου βεληνεκούς;

-Υπάρχουν δύο λόγοι πιστεύω. Ο πρώτος λόγος είναι η γλώσσα. Η εκφορά της, ο λόγος, όπως δονείται μέσα στην ψυχή μας. Και ο δεύτερος είναι η αρχαία Ελλάδα, η τραγωδία. Η ρίζα της όπερας από εκεί προέρχεται. Και ίσως γιατί κατά βάθος, εμείς σαν λαός, γεννηθήκαμε για τα μεγάλα και τα σπουδαία.

 

-Σωστά είναι αυτά πού λέτε, αλλά αν δεν υπάρχουν μουσικές Ακαδημίες, πώς θα μάθουν τα παιδιά μουσική;

-Φανταστείτε, ας με πάρουμε σαν παράδειγμα, ότι εγώ που γεννήθηκα στην Βέροια, δεν είχαμε τηλεόραση, ραδιόφωνο είχαμε, και ξαφνικά ακούω μια φωνή στο ραδιόφωνο, την φωνή της Κάλας. Και λέω μέσα μου: «Εγώ έτσι θα γίνω». Ήμουν έξι ετών.


 

 

-Τόσο απλά;

-Ναι. Το ήξερα μέσα μου. Ο καθένας γεννιέται με έναν προορισμό. Ο δικός μου προορισμός αυτός ήταν. Το ήξερα από μωρό. Κι αν οι γονείς είναι έξυπνοι και αφήσουν το παιδί τους να αναπτυχθεί σωστά, πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος ξέρει μέσα του γιατί είναι γεννημένος. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό.

 

-Οι δικοί σας γονείς σας κατάλαβαν; Σας βοήθησαν σε αυτό που θέλατε να κάνετε;

-Ο πατέρας μου είχε μια υπέροχη  φωνή τενόρου κι ενώ ήταν αγράμματοι ήταν πολύ καλλιεργημένοι. Στο σπίτι μας ακούγαμε ωραία πράγματα. Ακούγαμε ποντιακή μουσική, ακούγαμε καντάδες, ακούγαμε Χατζιδάκι, Θεοδωράκη -γιατί ήταν αριστερός ο πατέρας μου, είχε φάει πολλά χρόνια εξορίας και φυλακής. Την ίδια στιγμή, στην αυλή μας κάτω, γιατί μέναμε σε μια τριώροφη πολυκατοικία, ήταν ένα σκυλάδικο που έρχονταν οι πόρνες. Εκεί, ακούγονταν και βαριά λαϊκά. Τα άκουγα και αυτά και η μάνα μου έλεγε «δεν θα γίνεις ντιζέζ».

 

-Είστε μια Ελληνίδα που κάνατε, ουσιαστικά καριέρα στο εξωτερικό. Πρόσφατα ηχογραφήσατε δύο albums με μελοποιημένη ποίηση του Καβάφη. Πράγματα, που βέβαια, δεν έχουν φτάσει στο ευρύ κοινό. Πώς αποφασίσατε να ηχογραφήσετε αυτά τα τραγούδια;

-Ζω με τον άντρα μου, τον μαέστρο Θόδωρο Ορφανίδη στο Βερολίνο, από το 2009.Ο άντρας μου πριν ήταν στο Άμστερνταμ, εγώ στην Ελβετία και κάπου βρεθήκαμε εκεί. Το 2010 ιδρύσαμε την ορχήστρα Nobile, που είναι μια ορχήστρα που αποτελείται από μουσικούς από όλο τον κόσμο. Με την ορχήστρα αυτή προωθούμε την ελληνική λόγια μουσική.

Μέσα από τα πρώτα πράγματα που κάναμε, ήταν η παραγγελία του θαυμάσιου συνθέτη Αθανάσιου Σίμογλου, ο οποίος ζει και εργάζεται στην Στουτγάρδη, είναι γιατρός κι όταν άκουσα τα μελοποιημένα τραγούδια του Καβάφη, είπα «ε, κάτι τέτοιο είχα να το ακούσω πολύ καιρό»..Εχουν τόση ομορφιά. Μου άρεσαν πολύ και τα ηχογραφήσαμε στο Βερολίνο. Το «έτος Καβάφη» κάναμε με αυτά μια μεγάλη παγκόσμια περιοδεία, που πήγε καταπληκτικά. Από την Οδησσό στο Βουκουρέστι, στο Βερολίνο, παντού...

 

-Μου επιτρέπετε να σχολιάσω πώς αυτό που κάνατε θα ήταν, ίσως, δουλειά ενός Ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού....

Τι λέτε τώρα; Αυτό που λέτε είναι ανέκδοτο! Αυτά δεν υπάρχουν!

 

 

-Πείτε μου λίγο από την εμπειρία σας με το επίσημο Ελληνικό κράτος...

-Με προκαλείτε, αγαπητέ μου... Απλώς είναι ανύπαρκτο. Είχαμε πάει με την ίδρυση της ορχήστρας στον κύριο Γερουλάνο να του πούμε «έχουμε αυτή την ορχήστρα» και δεν ζητήσαμε φυσικά τίποτα, παρά μόνον, ίσως, την σκέπη μιας πολιτείας. Ούτε πού μας δέχτηκαν. Ποτέ.

Και όταν έγινε αυτό με τον Καβάφη και πήγαμε πάλι στον υπουργό πολιτισμού τον επόμενο, που δεν θυμάμαι καν το όνομά του, ήταν απαίσιος. Η συμπεριφορά του ήταν απαίσια. Και, ξέρετε, επειδή είμαι τραγουδίστρια προσέχω πάρα πολύ τι βγαίνει από το στόμα μου. Δεν θέλω να συναναστρέφομαι με ανθρώπους πού χαλάνε το ενεργειακό μου πεδίο.

 

-Έχετε ηχογραφήσει και ένα album με τραγούδια του Ζακ Μπρέλ. Τα τραγουδήσατε και στο Παρίσι, έτσι δεν είναι;

-Τον λατρεύω. Τα τραγούδησα και στο Παρίσι. Έκανα την πρεμιέρα στο Παλαί ντε Μποζάρ, στην πόλη του, στις Βρυξέλλες. Ηταν και η οικογένειά του εκεί. Ηταν από τα πιο συγκινητικά πράγματα που έχω ζήσει. Ελεγα από μέσα μου όταν βρέθηκα στην σκηνή: «Τώρα πού πάς; Τι κάνεις;» Γιατί σκεφτόμουν ότι όλοι ήρθαν με το τουφέκι. Μια γυναίκα, Ελληνίδα, πώς τόλμησε... Αλλά είχα πάει δυο μήνες πριν και προετοιμαζόμουν. Έκανα, μόνο την γλώσσα, δύο μήνες, αν και μιλάω Γαλλικά.

Δούλεψα την προφορά, μελέτησα τα πάντα, όλες τις βιογραφίες του, τον έψαξα, τον ερωτεύθηκα, για να μπορέσω να βρεθώ σε αυτή την σκηνή πάνω και να πω τα τραγούδια του...

 

-Ζείτε και εργάζεστε, κυρίως, στο εξωτερικό. Η εικόνα της Ελλάδας που εισπράττετε, ζώντας εκεί, ποια είναι;

-Υπήρξε μια περίοδος τότε με την πολύ έντονη συζήτηση της κρίσης, που πραγματικά ήταν πολύ δύσκολα. Ηξερα πολλούς Ελληνες που δεν έλεγαν ότι είναι Ελληνες. Κι εγώ ντρεπόμουν για αυτούς. Πρέπει να σας πω, ότι εγώ προσωπικά δέχτηκα και λεκτικά και σωματικά βία από αυτό. Και μάλιστα ήταν η αιτία να κάνουμε αυτό το κίνημα, το ‘’Beautiful Greece’’, με τον άντρα μου. Τραγουδούσα στην Κολωνία τότε, «Οπερα της πεντάρας» και βρισκόμουν στο αεροδρόμιο. Μια παρέα Γερμανών διάβαζαν την εφημερίδα και έβριζαν τους Ελληνες, τους είπα ότι είμαι Ελληνίδα και άρχισαν να με βρίζουν. Τους είπα κι εγώ διάφορα κι όταν έφτασα στον προορισμό μου με περίμενε η αστυνομία για να με συλλάβει. Είχαν ειδοποιήσει την αστυνομία λέγοντας ότι εγώ τους είπα «σκατογερμανούς». Αυτοί όμως με είχαν πει «σκατοελληνίδα». Είπα στον αστυνόμο, που ευτυχώς ήταν μελαμψός, ίσως αυτό με έσωσε. Εξήγησα τι έγινε και με άφησαν να φύγω. Οταν πήγα να φύγω, οι Γερμανοί με ακολούθησαν φωνάζοντας, ουρλιάζοντας, καλώντας και τους υπόλοιπους Γερμανούς πού ήταν γύρω. Άρχισαν να με τραβάνε από το μανίκι, λέγοντας ότι εγώ τους κατηγόρησα. Μπήκα στο τρένο να φύγω και πρώτη φορά έτρεμα έτσι στην ζωή μου.

 

-Πώς βλέπετε την νεοελληνική καλλιτεχνική μας πραγματικότητα σαν Ελληνίδα που αγαπάτε την Ελλάδα και ζείτε στο εξωτερικό; Τι βγαίνει προς τα έξω;

-Μια ελαφρότητα θα έλεγα. Λείπει αυτό το ειδικό βάρος των μεγάλων προσωπικοτήτων.

 

-Υπάρχουν στην Ελλάδα μεγάλες προσωπικότητες με την έννοια που τις ξέραμε παλιότερα;

-Οχι! Και γιατί; Δεν είναι η δουλειά του καλλιτέχνη να χτυπάει την πόρτα των πολιτικών. Η δουλειά του καλλιτέχνη είναι να τραγουδάει και να προοδεύει σε αυτό που κάνει. Χρειαζόμαστε μεγάλους συνθέτες, χρειαζόμαστε μεγάλες προσωπικότητες, χρειαζόμαστε ηγετικές καλλιτεχνικές προσωπικότητες. Με το θάρρος της γνώμης τους.

 

-Ας μην πάμε πολύ μακριά. Ας σταθούμε στα χρόνια του ΄60. Υπήρχαν τέτοιες προσωπικότητες. Τι έγινε μετά; Γιατί έπαψαν να υπάρχουν;

-Μεταλλάχτηκαν. Οι άνθρωποι τότε, έκαναν μουσική για να κάνουν μουσική, όχι για να γίνουν διάσημοι. Ο Χατζιδάκις δεν έγραφε μουσική για να γίνει διάσημος. Αυτό άλλαξε αργότερα. Από τους  νεώτερους.

 

-Έχετε αναπτύξει μια ιδιαίτερη δράση. Προ ημερών τραγουδήσατε για τους φυλακισμένους στις φυλακές. Δεν είναι κάτι που κάνουν πολλοί συνάδελφοί σας…

-Δεν θα ήμουν ποτέ ευτυχής, αν δεν ένοιωθα ότι με τα δώρα που πήρα και που δεν είναι καθόλου αυτονόητα, ότι θα μπορούσα να δώσω κι εγώ χαρά στον διπλανό μου. Ξέρω ότι εγώ δεν είμαι τίποτα στην ουσία, είμαι μια μικρή σταγόνα σε έναν τεράστιο ωκεανό πόνου που βιώνει και ο Ελληνας και γενικότερα ο άνθρωπος. Γιατί όλοι έχουμε μπει σε αυτή την φρικτή παγίδα του «έχειν». Του να έχουμε χρήματα, να είμαστε κάποιοι... Το να έχεις μια οικονομική επιφάνεια δεν σημαίνει ότι είσαι κάποιος... Στην ουσία μπορεί να είσαι κι ένα σκουπίδι.

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα