Μποστ: Εκείνος που έδωσε ζωγραφιές στις λέξεις (και αντίστροφα)

Θυμήσου τον Μέντη Μποσταντζόγλου, που έγραφε θεατρικά, ζωγράφιζε, έκανε γελοιογραφίες και βάφτιζε ξανά τις λέξεις. Της Αλεξάνδρας Τσόλκα.

Μποστ: Εκείνος που έδωσε ζωγραφιές στις λέξεις (και αντίστροφα)

Θυμήσου τον Μέντη Μποσταντζόγλου, που έγραφε θεατρικά, ζωγράφιζε, έκανε γελοιογραφίες και βάφτιζε ξανά τις λέξεις. Της Αλεξάνδρας Τσόλκα.

«… Ο Μέντης Μποσταντζόγλου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ο ιστορικός κλάδος των Μποσταντζόγλου πρωτοπαρουσιάζεται στα βάθη της Μέσης Ανατολής. Πρόγονός του υπήρξεν ο περίφημος λόγιος Θεόδωρος Ιωάννου Μποσταντζόγλου, τον οποίον ουδείς εγνώριζεν εν όσω έζη και ο οποίος όταν απέθανε, τότε ήταν που δεν έγινε καθόλου λόγος δι’ αυτόν….» -ΜΠΟΣΤ ”ΤΟ ΛΕΦΚΟΜΑ ΜΟΥ”

Μοναδική μορφή στην ελληνική τέχνη και τα γράμματα ο Χρύσανθος Μέντης Μποσταντζόγλου, ο γνωστός Μποστ, ήταν σκιτσογράφος, εικονογράφος, γελοιογράφος, ζωγράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατυρικός αρθρογράφος με έκφραση μοναδικής δικής του κοπής και με μια σχέση με τις λέξεις, που αποκτούσαν αυτονομία ως σχόλια αυθύπαρκτα η κάθε μια, μιας και χρησιμοποιούσε την καθαρεύουσα σε ακραία σύνταξη, για να υπογραμμίσει την ημιμάθεια και όχι μόνο της εποχής του.

 

 

Γεννήθηκε το 1918 στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε το 1995 στην Αθήνα. Στα βιογραφικά του, προτάσσονται εκείνα που σημαδεύουν ζωές, πως ήταν παντρεμένος με τη Μαρία Μποσταντζόγλου – Παπαγιαννακοπούλου και πως ο γιος του ο Κώστας ασχολείται με την γραφιστική και ο Γιάννης είναι ηθοποιός. Μετά αρχίζουν εκείνες οι ημερομηνίες, που χωράνε σε γραμμούλες σύντομες, παιδικά χρόνια, κόσμους, χρώματα και μυρωδιές, απώλειες, φιλίες, απογοητεύεις και έρωτες, μέρες και νύχτες αυτόνομες τότε, δράματα ιστορικά και επιρροές σε μικρές ζωές ανθρώπων. Έτσι το αγόρι που γεννήθηκε στον ελληνισμό της Πόλης, θα βρεθεί από το 1920 έως το 1926, μαζί με την οικογένειά του στη Ρουμανία. Μετά οι δρόμοι θα οδηγήσουν στην Αθήνα. Μαθητής Γυμνασίου άρχισε τα σκίτσα και απέκτησε το ψευδώνυμο Μέντης ώσπου το 1939 θα περάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία όμως παρατά μετά από έξι μήνες. Και Κατοχή, ΕΑΜ, Εθνική Αντίσταση. Μια Ελλάδα αλλιώς, μακρινή σαν ταινία, αληθινή σαν σήμερα. Μποστ…

«Με βάπτισαν Χρύσανθο. Όταν όμως ήμασταν παιδιά πήγαμε με την παρέα μου σε μια επιθεώρηση. Σε μια σκηνή ο Ορέστης Μακρής που νόμιζε από το πολύ μεθύσι ότι ήταν υπνωτισμένος, έδωσε εντολή να πέσει η αυλαία με τη βοήθεια ενός μέντιουμ. Είπε λοιπόν “διά της ζωοποιού δυνάμεως του μέντι να κλείσει η κουρτίνα”. Αυτό φάνηκε πολύ αστείο σε κάποιο φίλο μου που από την ημέρα εκείνη αποφάσισε να με βαφτίσει Μέντη. Και ομολογώ ότι μου άρεσε. Όσο για το “Μποστ” ήταν μια τυχαία υπογραφή, που “έπιασε”. Μετά έγινε κι ο Λογοθέτης “Λογό”, ο Κυριακόπουλος “Κυρ” κι εμένα πολλοί με νομίζουν ξένο. Λένε μάλιστα και την γυναίκα μου κυρία …Μποστ». Λέει σε συνέντευξη του χρόνια μετά…

 

 

Θα ξεκινήσει να δουλεύει εικονογραφήσεις περιοδικών και παιδικών βιβλίων. Το πρώτο του βιβλίο θα εκδοθεί, με δικά του έξοδα, το 1945. «Ο Άγιος Φανούριος - Βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι». Κάνει αίσθηση. Τον προσέχουν ενώ το παράδοξο της έκφρασης του, τον ξεχωρίζει. Το 1952 πιάνει δουλειά στην «Καθημερινή», την οποία τότε διεύθυνε η Ελένη Βλάχου. Προσλαμβάνεται ως ταμίας και βιβλιοθηκάριος. Σκίτσα, γελοιογραφίες, άρθρα δικά του. «Εικόνες» και μετά «Ταχυδρόμος». Όλα τα έντυπα αυτά, είναι πια μυθικά και ιστορικά…

Ξεχωριστοί ήρωες του στα σκίτσα του η Μαμά- Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Το 1961, όμως, η Ελένη Βλάχου θα σταματήσει την συνεργασία τους λόγω του κειμένου του, «Το επάγγελμα της μητρός μου», το οποίο θεωρεί πως «ξέφυγε από τα όρια της ευπρέπειας». Εφημερίδες «Ελευθερία» και «Αυγή» και άλλες πολλές εφημερίδες και περιοδικά και συνεργασίες και πολλές, πολλές μηνύσεις –αλλοίμονο!- για τις πολιτικές του γελοιογραφίες. Θα ανοίξει το δικό του κατάστημα δώρων με την επωνυμία «Λαϊκαί Εικόναι», όπου θα ζωγραφίζει πάνω σε περισσότερα από 27.000 είδη δώρων, θα φτιάξει πίνακες και ανορθόγραφες επιγραφές, στιχάκια και αφιερώσεις.

Χούντα. Το 1973 δημοσιεύει αντιδικτατορικά σκίτσα και κείμενα στο «Αντί» και στον «Ταχυδρόμο». Έχει πια δημιουργήσει ένα αναγνωρίσιμο, χαρακτηριστικό, μοναδικό, περίπλοκο, σατιρικό ύφος, συνδυάζοντας το σκίτσο, το κείμενο, τη θεατρική συγγραφή, τη ζωγραφική. Επίτηδες ανορθόγραφος, γελοιοποιεί την καθαρεύουσα, περνώντας θέση υπέρ της δημοτικής, τότε που το γλωσσικό ήταν άλυτο θέμα της χώρας. Σατίριζε τον ημιμαθή άνθρωπο, έφτιαχνε με τις ανορθόγραφες λέξεις, συνειρμούς, έδινε περίτεχνα νοήματα μέσα από ομόηχες επαναλήψεις, έκανε εναλλαγές της μεταφοράς και της κυριολεξίας, μέγας μάστορας του ήχου, της έννοιας, της σύνταξης των ελληνικής γλώσσας.

 

 

Και λέει: «Καθιέρωσα την ανορθογραφία σαν τέχνη αρχίζοντας από το περιοδικό «Ταχυδρόμος» και εικονογραφώντας «μυθιστορήματα» με λαϊκούς ήρωες που μιλούσαν λαϊκά και εκφράζονταν ανορθόγραφα, ένας πίνακας, αν κι αυτό θυμίζει λίγο Θεόφιλο, δεν ολοκληρώνεται χωρίς επιγραφή».

Κάποτε θα βρει εκείνη την ελευθερία, ώστε να αφιερωθεί στη ζωγραφική και στο θέατρο. 10 θεατρικά σε απολαυστικά σατυρικό 15σύλλαβο και 16 ατομικές του εκθέσεις έργων του. Θα πεθάνει 13 Δεκεμβρίου του 1995. Είδε πολέμους, δικτατορίες, εμφύλιους, μεταναστεύσεις, προσφυγιές, αδικίες αλλά και αναγνώριση, δημιουργία, την αγάπη μιας ωραίας γυναίκας, παιδιά, νύφες, εγγόνια. Και είναι στη μνήμη μας…

«… Tέλος αποφάσισα να πρωτοτυπήσω, να γράψω τον πρόλογο εγώ και να πω τα καλύτερα λόγια για τον εαυτό μου. Aυτό και έκανα. Kι εγώ που τον διάβασα, έμεινα πολύ ευχαριστημένος. Θάγραφα κι άλλα, αλλά δεν με παίρνει ο χώρος...»… -ΜΠΟΣΤ ”ΤΟ ΛΕΦΚΟΜΑ ΜΟΥ”…

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα