Τάσος Λειβαδίτης: Κι όμως, έχουμε πάντα τους ποιητές μαζί μας…

«…Μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα σύνορα μιάς ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που… είδε κάποτε σ᾿ ένα αβέβαιο όνειρο». Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα.

Τάσος Λειβαδίτης: Κι όμως, έχουμε πάντα τους ποιητές μαζί μας…

«…Μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα σύνορα μιάς ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που… είδε κάποτε σ᾿ ένα αβέβαιο όνειρο». Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα.

Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης. Τάσος. Γεννήθηκε από τον Λύσσανδρο και την Βασιλική, στις 20 Απριλίου του 1922, βράδυ Ανάστασης στην Αθήνα και πέθανε στην ίδια πόλη στις 30 Οκτωβρίου του 1988, από «ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής» είπαν οι γιατροί. Ανάμεσα από τις χρονολογίες ήταν σπουδαίος ποιητής. Και έζησε ως τέτοιος!

«Περιπέτεια»

…Ἀπ᾿ τὸν πατέρα μου κληρονόμησα αὐτὸ τὸ δυστυχισμένο χέρι κι ἀπ᾿ τὴ μητέρα μου ἕνα μεγάλο φτερό, ἀπὸ κεῖνα ποὺ ἔβγαζε ἀπ᾿ τὴν ψυχή της καὶ τὰ κάρφωνε στὸ ἀστεῖο καπέλο τῆς — εἶναι ἀπὸ τότε ποὺ τὶς νύχτες ἡ παλιὰ ντουλάπα ἀνοίγει μόνη της καὶ βγαίνει ἡ λαιμητόμος, ἐγὼ παλεύω μαζί της, παίρνω τὸν μπαλντὰ καὶ τὴν κάνω κομμάτια, ὕστερα καταπίνω τὶς σανίδες γιὰ νὰ μὴν τὶς βροῦν, πολλοὶ ναυαγοὶ σώθηκαν ἔτσι.
…Χρόνια ἔζησα τρέμοντας τὶς πόρτες, ὥσπου μάζεψα τὰ χαρτιά μου, τὶς τύψεις μου κι ἔφυγα. Μὰ στὸν πρῶτο σταθμὸ εἶδα πάλι ἐκεῖνο τὸ παιδικὸ φτερὸ καὶ κατέβηκα.
…Ἀπὸ τότε ἔμεινα γιὰ πάντα στὴν Κόλαση…»


Μας παρηγόρησε, μας ψήλωσε, μας τρυφέρεψε, μας μέλωσε τις πληγές μας, μας έκανε από λέξεις συναισθήματα και αισθήματα. Και ακόμα πίστεψε σε μεγάλες ιδέες, τις πλήρωσε με εξορίες, φυλακές και ξερονήσια, ερωτεύτηκε πολύ, αγάπησε επίσης στο πολύ, έγινε τραγούδια, γνώρισε ωραίους ανθρώπους, ευτύχισε να 'χει μια αδελφή και τρεις αδελφούς, σπούδασε στην Νομική και χόρτασε το μυαλό του. Και Μούδρος, Μακρόνησος, Αϊ Στράτης, φυλακές Χατζηκώστα. Τα ποιήματα του θεωρηθήκαν ανατρεπτικά και επικίνδυνα. Πώς; Αν όχι, δεν υπάρχει ποίηση. Και τον φοβόντουσαν…


 

 


Συμφωνία ἄρ. 1 (απόσπασμα)

«… Ἡ δυστυχία σὲ κάνει πάντα νὰ ἀναβάλεις – ἔφυγε ἡ ζωή.
οἱ φίλοι εἶχαν χαθεῖ κι οἱ ἐχθροὶ ἦταν μικρόψυχοι γιὰ νὰ μπορεῖς νὰ τρέφεσαι ἀπ᾿ τὸ μῖσος σου…
…καὶ τὰ μάτια σου βουρκώνουν, θαμπωμένα ξαφνικὰ
ἀπὸ τοὺς παλιοὺς λησμονημένους θεοὺς καὶ τὶς παντοδύναμες παιδικὲς εὐπιστίες…
Πάνω στὰ ὑγρὰ τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν τὸ γέλιο τῶν ἀγέννητων παιδιῶν…
καὶ σμίγουν καὶ χωρίζουν οἱ ἄνθρωποι καὶ δὲν παίρνει τίποτα ὁ ἕνας ἀπ᾿ τὸν ἄλλον.
Γιατί ὁ ἔρωτας εἶναι ὁ πιὸ δύσκολος δρόμος νὰ γνωριστοῦν.
Γιατί οἱ ἄνθρωποι, σύντροφε, ζοῦν ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποῦ βρίσκουν μιὰ θέση στὴ ζωὴ τῶν ἄλλων.
Καὶ τότε κατάλαβες γιατί οἱ ἀπελπισμένοι γίνονται οἱ πιὸ καλοὶ ἐπαναστάτες.
Καὶ μένουμε ἀνυπεράσπιστοι ξαφνικά, σὰν ἕνα νικητὴ μπροστὰ στὸ θάνατο ἢ ἕνα νικημένον ἀντίκρυ στὴν αἰωνιότητα…»


Και κάποτε αναγνώριση και βραβεία και τιμές. Δεν είναι αυτά παράσημα στους ποιητές. Μόνο ο στολισμός των λέξεων τους είναι! Αυτός με την παλιά γραφή στα ποιήματα του, δασείες και ψιλές, βαρείες και περισπωμένες! Και στο διάστημα της Χούντα των Συνταγματαρχών ο ποιητής για να ζήσει, μεταφράζει ή διασκευάζει λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης με το ψευδώνυμο Ρόκκος.


Συμφωνία ἄρ. 1 (απόσπασμα)


«… Ἡ πλατεῖα θὰ μείνει ἔρημη σὰ μιὰ ζωὴ ποὺ ὅλα τάδωσε,
κι ὅταν ζήτησε κι αὐτὴ λίγη ἐπιείκεια τῆς τὴν ἀρνήθηκαν.
Χωρὶς ὄνειρα νὰ μᾶς ξεγελάσουνε καὶ δίχως φίλους πιὰ νὰ μᾶς προδώσουν…
Γιατί οἱ ἄνθρωποι ὑπάρχουν ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ βρίσκουνε μιὰ θέση στὴ ζωὴ τῶν ἄλλων.
Ή ἕνα θάνατο γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων…»

 


Στα βιογραφικά του σημειώματα εκ των υστέρων των μαρτυρίων τους, γράφεται πάντα πως αδερφός του ήταν ο ηθοποιός Αλέκος Λειβαδίτης και ανιψιός του ο ηθοποιός Θάνος Λειβαδίτης.





Ἐπιστροφὴ ἀπ᾿ τὸ φαρμακεῖο

«Συνέβη χωρὶς ποτὲ νὰ καταλάβω πῶς — ἡ μητέρα εἶχε πονοκέφαλο,
…θυμᾶμαι, καὶ μ᾿ ἔστειλαν στὸ φαρμακεῖο,
στὸ γυρισμό, εἶναι ἡ ἀλήθεια, χάζεψα λίγο, κορόιδεψα ἕναν γέρο,
…τρόμαξα μὲ μιὰ πέτρα δύο πουλιὰ
κι ὥσπου νὰ στρίψω πάλι τὸ δρόμο
οὔτε σπίτι, οὔτε νεότητα πιά.»

 

Τα ποιήματα του, τα πιο πολλά μελοποιήθηκαν από τον ιερό Μίκη Θεοδωράκη, κάποια από τον Μάνο Λοΐζο, τον Γιώργο Τσαγκάρη, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Μιχάλη Γρηγορίου, τους Όναρ. Μαζί με τον Κώστα Κοτζιά έγραψαν τα σενάρια και τα θεατρικά των «Ο θρίαμβος» και «Συνοικία το όνειρο». Αυτό το έργο σε σκηνοθεσία του Αλέκου Αλεξανδράκη υπήρξε οριακό στην ελληνική δραματουργία. Από κει και το τραγούδι που έγινε λαϊκή ανάσα, σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη, όπου ένας αναστεναγμός στον κόσμο όλο δε χωρά:

«Μικρά κι ανήλιαγα στενά και σπίτια χαμηλά μου, βρέχει στη φτωχογειτονιά, βρέχει και στην καρδιά μου. Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά, άναψες τον καημό μου, είσαι μικρός και δε χωράς τον αναστεναγμό μου. Οι συμφορές αμέτρητες, δεν έχει ο κόσμος άλλες, φεύγουν οι μέρες μου βαριά σαν της βροχής τις στάλες».
 

 
Τα ποιήματά του Τάσου Λειβαδίτη μεταφράστηκαν στα Ρωσικά, στα Σερβικά, στα Ουγγρικά, στα Σουηδικά, στα Ιταλικά, στα Γαλλικά, στα Αλβανικά, στα Βουλγαρικά, στα Κινεζικά και στα Αγγλικά. Τα ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη θα είναι πάντα στους δικούς μας στεναγμούς που δεν χωράνε στον ψεύτη, άδικο και μικρούλη ντουνιά… Και όσο υπάρχουν ποιητές, υπάρχει και η ελπίδα…
 


Καντάτα

«Ἕνα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στὶς ἐφημερίδες,
ἕνας ἄντρας πῆγε σ᾿ ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ «σπίτια»,
πῆρε μιὰ γυναῖκα,
μὰ μόλις μπαίνουν στὸ δωμάτιο,
ἀντὶ νὰ γδυθεῖ καὶ νὰ ἐπαναλάβει τὴν αἰώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, καὶ τῆς ζητοῦσε νὰ τὸν ἀφήσει
νὰ κλάψει στὰ πόδια της. Ἐκείνη βάζει τὶς φωνές,
«ἐδῶ ἔρχονται γιὰ ἄλλα πράγματα»,
οἱ ἄλλοι ἀπ᾿ ἔξω δώστου χτυπήματα στὴν πόρτα.
Μὲ τὰ πολλὰ ἄνοιξαν καὶ τὸν διώξανε μὲ τὶς κλωτσιὲς
— ἀκοῦς ἐκεῖ διαστροφὴ νὰ θέλει, νὰ κλάψει μπρός σε μιὰ γυναῖκα.
Ἐκεῖνος ἔστριψε τὴ γωνία καὶ χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανεὶς δὲν τὸν ξανάδε πιά.
Καὶ μόνο ἐκείνη ἡ γυναῖκα,
θὰ ᾿ρθεῖ ἡ ἀναπότρεπτη ὥρα μιὰ νύχτα, ποὺ θὰ νοιώσει τὸν τρόμο ξαφνικά,
πῶς στέρησε τὸν ἑαυτὸ τῆς ἀπ᾿ τὴν πιὸ βαθιά,
τὴν πιὸ μεγάλη ἐρωτικὴ πράξη
μὴν ἀφήνοντας ἕναν ἄντρα νὰ κλάψει στὰ πόδια της».

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα