Μύκονος: Η κοσμική ιστορία ενός αρχαίου ανεμοδαρμένου βράχου (photos)

Απ’ τους αρχαιολόγους του 19ου αιώνα στο Μητσοτάκη του ’50 και στην Κιμ Καρντάσιαν του τώρα. Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα.

Μύκονος: Η κοσμική ιστορία ενός αρχαίου ανεμοδαρμένου βράχου (photos)

Απ’ τους αρχαιολόγους του 19ου αιώνα στο Μητσοτάκη του ’50 και στην Κιμ Καρντάσιαν του τώρα. Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα.

Σε λίγες μέρες διαθέσιμο στο iPad σας το τεύχος Σεπτεμβρίου του NEWPOSTER. 

Κατεβάστε ΕΔΩ δωρεάν το NEWPOSTER

Λάτρευαν, λέει τα αρχαία χρόνια οι Μυκόνιοι, τον Διόνυσο της μέθης και της οργιώδους επαφής, τη μάνα του την Σεμέλη και τον Ποσειδώνα της θάλασσας. Εδώ ο Ηρακλής σκότωνε γίγαντες και μετά πέρναγαν κάτοικοι Αιγυπτίοι, Ικάριοι, Φοίνικες και Μινωίτες, ώσπου οι  Ίωνες να δώσουν τα τελικά τους χαρακτηριστικά. Δηλιακή Συμμαχία -δίπλα ο αρχαίος κόσμος των ισχυρών που κείτονται πέτρες πια- πόλεμοι και καταστροφές. Γιορτές και θυσίες στους Θεούς. Βυζάντιο, κουρσάροι και πειρατές κάτοικοι φόβος και τρόμος, Φράγκοι, Αραγώνιοι, Βενετοί, να καίνε, να αρπάζουν, να σκοτώνουν. Οθωμανική αυτοκρατορία και μια πέτρα τόπος, χρισμένη στο μπλε η Μύκονος σηκώνει κεφάλι και με τις φουστάνες να ανεμίζουν σαν πανιά της Μαντούς Μαυρογένους, οπλίζει και πυροβολεί. Και; Τι σημασία έχουν όλα αυτά, όταν πια μπορείς να αναφωνήσεις με ξενική, κοριτσίστικη - τσοκαρέ να κροταλίζει, προφορά: Μύκονοοοοοοος.

Αυτό το λευκό, το λιγωτικό, κάτω από τον πορτοκαλί, ανελέητα ειλικρινή ήλιο. Οι ανεμόμυλοι, με τις φτερωτές σχεδόν ζωντανές και πανταχού παρούσες, που έτσι, να ξεχαστείς, λες πως περνάνε αρχάγγελοι και χτυπάνε τις φτερούγες τους, πάνω απ το κεφάλι σου! Γύρω παντού, απ αυτόν τον βράχο του πελάγου, μπλε ιώδες, σχεδόν μερακλή ζωγράφου γέννημα και παραλίες κρυστάλλινες, όλο πράσινο διάφανο, νεραϊδίσιο! Έντονα τα χρώματα, έντονοι οι άνεμοι, το καλοκαίρι, η αλμύρα, όλα στο πολύ, όπως και η μαγεία του νησιού αυτού. Γιατί έχει σπαρμένα μάγια! Αν πιεις λέει και απ τα Τρία Πηγάδια του νησιού νερό, δεν μπορείς πια να φύγεις. Αιχμάλωτη ψυχή για πάντα στα βράχια, στους άνεμους, στο πέλαγος της Μυκόνου θα 'σαι. Φλισκούνι, άγρια μέντα, μέλι, υφαντά, εκκλησιές και μοναστήρια. 

Οι καιροί να συναντιούνται σε αέναη κατάργηση του χρόνου που δεν υπάρχει. Τόποι ανθρώπων! Όχι πως όσοι συρρέουν απ όλο τον κόσμο, στη Μύκονο της κοσμικότητας, των μπαρ, των κλαμπ, των καταχρήσεων, της ζωής στις νύχτες, αυτά τα προσέχουν. Εδώ ήρθαν να πιουν μέχρι να τρυπήσουν συκώτια, να έχουν διαδοχικές σκυταλοδρομίες στο σεξ, να χορέψουν και να τα κάνουν όλα. Οι λαϊκοί. Οι πλούσιοι πάλι, να επιδειχτούν, να αισθανθούν -ξανά- διαφορετικοί, να κλειστούν στα πολυτελή ξενοδοχεία και γιοτ, να γευτούν πανάκριβα πιάτα και να διαλέξουν ερωμένες και εραστές απ τη νέα σοδειά των γυμνασμένων μοντέλων! Δεν ήταν πάντα έτσι. Ήταν εποχές που η Μύκονος ήταν χαμόγελα, ομορφιά, ελευθερία και φυσική ζωή. Ήταν μια φορά και έναν καιρό. 

Μια φορά και τον καιρό του 1873, οι αρχαιολόγοι της Γαλλικής Σχολής ξεκίνησαν τις ανασκαφές στο ιερό, όλο σοφία χώμα της Δήλου. Για να κοιμηθούν, να φανέ, να πιουν πήγαιναν στην διπλανή Μύκονο. Φτώχεια μεγάλη υπήρχε εκεί, αλλά και μια σαγήνη. Αυτή η  μυσταγωγική ομορφιά στο φως, τον άνεμο, την θάλασσα, που λέγαμε πιο πάνω. Οι επιστήμονες εκείνοι, μαγευτήκαν πρώτοι απ αυτό το νησί. Και γεννήθηκε η φήμη της ως πρώτος ψίθυρος. Τις επόμενες δεκαετίες, φυσικά, θα είναι τόπος εξορίας -δε το συζητάμε-, ώσπου, στα τέλη της δεκαετίας του '40, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι νέοι της αθηναϊκής αστικής τάξης θα καταφθάσουν. Θέλουν να μην βλέπουν παντού τα απομεινάρια, τα μνημεία του πολέμου. Θέλουν μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, απλότητας, χωρίς όλη η ζωή να είναι πολύπλοκη. Βάρκες, νησιώτες, γραφικά δρομάκια, ασβεστωμένο λευκό, μαύρα ρούχα για το πένθος, θάλασσες. Πεινούσαν; Τρώγανε. Νύσταζαν; Κοιμόντουσαν. Ένιωθαν μοναξιά; Ερωτευόντουσαν. Ο μύθος είχε γεννηθεί.

Τότε, λέει, ούτε καν ηλεκτρικό ρεύμα υπήρχε, μόνο ένας ντόπιος είχε μεταφέρει στη Χώρα μια γεννήτρια, που λειτουργούσε κάθε βράδυ από τις 7 έως τις 9. Η Άννα Βέλτσου, μποέμ, διαφορετική, πρωτοποριακή φέρνει τις παρέες της εδώ και σκηνοθετεί καλοκαίρια αναρχικά, χωρίς υποταγές σε πρέπει. Το 1947, όμως, στη μικρή παρέα κοριτσιών και αγοριών από το Κολωνάκι, βρίσκεται και η πανέμορφη μελαχρινή Μαρίκα Γιαννούκου. Ο νεαρός, ψηλός, βουλευτής Χανίων, τα Σαββατοκύριακα θαλασσοπνίγεται  προκειμένου να βρεθεί κοντά της. Έξι χρόνια μετά ο Κωνσταντίνος και η Μαρίκα Μητσοτάκη θα είναι και επίσημα ανδρόγυνο, που τους έφερε κοντά, κάποτε, ο Διόνυσος της Μυκόνου.

Τη δεκαετία του '50, στο νησί, έρχονται οι μυθικά πλούσιοι. Η μποέμ Μύκονος χάνει στα σημεία. Η κοσμική όμως, αποκτά τα κερδοφόρα χαρακτηριστικά της. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης και η Μαρία Κάλλας, ο Σταύρος Νιάρχος και η Τίνα αράζουν τα μεγάλα κότερα τους στις παραλίες. Το 1954 η Φρειδερίκη διοργανώνει μια κρουαζιέρα στα ελληνικά νησιά, για όλους τους γαλαζοαίματους νέους της Ευρώπης, με στόχο, κάτι το Αιγαίο, κάτι το καλοκαίρι, λίγο η μαυρισμένη σάρκα των διαδόχων και των πριγκιπισσών της Ευρώπης, να βοηθήσουν ώστε να γεννηθούν ειδύλλια και επικερδείς γάμοι. Ο σταθμός στην Μύκονο της κρουαζιέρας ενθουσιάζει τους γαλαζοαίματους και οι ανταποκριτές στον τύπο της Ευρώπης εκθειάζουν το νησάκι του Αιγαίου. Κάπου εκεί, μαζεύουν σε μιαν ακτή κοντά στην Παράγκα, έναν βασανισμένο, θαλασσοτσακισμένο, μισοπεθαμένο πελεκάνο. Όλη Χώρα της Μυκόνου περιποιείται και προσπαθεί να βοηθήσει στην ανάρρωση του πουλιού. Εκείνο θα γίνει καλά, θα το βαφτίσουν Πέτρο και θα αποτελεί το σύμβολο του νησιού.

Στη δεκαετία του '60 η Μύκονος παραμένει ανέγγιχτη από το μαζικό τουρισμό, αλλά οι τζετ σέτερ και οι κοσμικοί έχουν ήδη, βρει τον δικό τους Παράδεισο. Τα πλοία δεν πιάνουν ακόμη στο λιμάνι και οι ταξιδιώτες βγαίνουν απ τα έγκατα των καραβιών στο πέλαγος και μπαίνουν σε βαρκούλες για να φτάσουν στο νησί. Το 1961 η Ελένη Βλάχου φτιάχνει το σπίτι της, στη Χώρα αλλά και η πανέμορφη και πολύ διάσημη Τζέιμς Χίμπερ, Ελβετίδα star, που τελικά αυτοκτόνησε, είναι η πρώτη ξένη διάσημη που αγόρασε σπίτι. Η Μελίνα Μερκούρη, ο Μάρλον Μπράντο, η Γκρέις Κέλι, ο Ρίτσαρντ Μπάρτον λατρεύουν το καλοκαίρι στη Μύκονο, που οι φωτογραφίες της, μέσω αυτών, είναι η μέγιστη διαφήμιση σε όλο τον κόσμο, ως απόλυτος προορισμός για λίγους. Τότε είναι που επιλέγει τη Μύκονο, ως αγαπημένο της μέρος και εμφανίζεται σε αυτήν η Τζάκι Κένεντι. Ο Ωνάσης, ιδιοκτήτης της Ολυμπιακής, κατασκευάζει το πρώτο αεροδρόμιο. Γι αυτό λένε, επισκέφθηκε  για πρώτη φορά τη Μύκονο ο, νεαρός τότε, πρωθυπουργός, Κωνσταντίνος Καραμανλής. Και εκείνου σκλαβώθηκε η καρδιά για πάντα στο βράχο της Μυκόνου και στην παραλία του Ορνού όπου πέρασε πολλά καλοκαίρια με παρέα τον Τάκη Λαμπρία και τον Δημήτρη Χορν. Και ενώ σήμερα οι πολιτικοί έχουν βίλες, πισίνες, μεγάλη ζωή, χλιδές και πολυτέλειες, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, έμενε, συνήθως, στο μικρό ξενοδοχείο του φίλου του και γραμματέα του Θεόδωρου Χαριτόπουλου, ενώ κάποιες φορές τον φιλοξενούσε στο σπίτι του στον Ορνό, ο εκδότης της αθλητικής εφημερίδας «Φως των Σπορ» Θεόδωρος Νικολαΐδης. Από το 1986 μέχρι και τον θάνατό του ο Καραμανλής, έμενε κάθε καλοκαίρι για ένα μήνα στη Μύκονο, συνήθως από τα τέλη Ιουνίου, αποφεύγοντας την κοσμοσυρροή του Αυγούστου και τις πολλές συναναστροφές με ισχυρούς, απλά και χωρίς πολυπλοκότητες, όπως ήταν το νησί, που κάποτε, τον μάγεψε.

Στα δέκα χρόνια του '70 gay ζευγάρια από τον κόσμο, έχουν έρθει στο νησί, που κανείς δε σχολιάζει επιλογές και δίνουν υψηλής αισθητικής πινελιές στη διασκέδαση, το φαγητό, τη διακόσμηση, ώστε να ταιριάζουν με τον τόπο που κοντά του γεννήθηκε ο Απόλλωνας του φωτός. Το μπαρ Pierro's, γράφει ιστορία. Ανάμεσα στους θαμώνες του ο τελευταίος κληρονόμος της γερμανικής βιομηχανίας Κρουπ, ο οποίος συνοδευόταν πάντα από δεκάδες μυώδεις ελαφρά ντυμένους άνδρες, η «θλιμμένη πριγκίπισσα» Σοράγια, που είχε χωρίσει τότε, ο Σάχης της Περσίας γιατί δεν έκανε παιδιά και  η οποία έζησε μια κοσμικότατη ζωή, χωρίς τις θηριωδίες της πολιτικής, η μυθώδους ομορφιάς Ελίζαμπεθ Τέιλορ, που έφτανε στο νησί, ακόμη και για να περάσει ένα Σαββατόβραδο, να κάνει το μπάνιο της το πρωί και να φύγει απόγευμα Κυριακής. 

Εκεί ο Αγά Χαν και πάντα η Ρίτα Χειγουρθ σαν φλόγα μες στην νύχτα, αλλά και η διάσημη σχεδόν σαν την Μύκονο για την ελληνική ομορφιά της, Κορίνα Τσοπέη. Η αγάπη όλων αυτών των ανθρώπων για το νησί, δεν οφειλόταν μόνο στην ομορφιά του. Ο Γιάννης Γαλάτης, αφοσιωμένος πάντα στη Μύκονο και γνώστης μιας εποχής που δεν ξαναγυρνά, εξηγεί πως «ο απλός ο κόσμος της Μυκόνου δεν τους ήξερε τους διάσημους. Ζούσε πολύ παραδοσιακά, ψαρεύοντας ή ασχολούμενος με την κτηνοτροφία. Μπορεί, δηλαδή, να περνούσε από δίπλα τους η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, και εκείνοι δεν την αναγνώριζαν, δεν γύριζαν να ασχοληθούν με το τι κάνει και τι δεν κάνει». Και αυτό απελευθέρωνε.

Ο Γιάννης Γαλάτης λέει ακόμη πως «το συγκεκριμένο νησί είχε πάντα διασυνδέσεις με όλη τη high society των Αθηνών, όμως τα τελευταία 20 χρόνια το νησί έχει γίνει ένα «γλεντονήσι». Εκτός από τους τεράστιους αστέρες της μεγάλης οθόνης η του τραγουδιού, τους αριστοκράτες και τους ευγενείς, εδώ έρχονται πάντα και πολλοί εφοπλιστές. Ο Εμπειρίκος, ο Ποταμιάνος, ο Νομικός, ο Καϊσέογλου. Τηλεφωνούσαν απευθείας σε 'μένα γιατί ήμουν ο μόνος στο νησί που διέθετα ένα αρχοντικό σπίτι που μπορούσαν να φιλοξενηθούν και να γλεντήσουν. Δεν υπήρχαν ξενοδοχεία τότε. Όλοι οι εφοπλιστές θυμάμαι έρχονταν στο νησί με τα κότερα τους. Ο εφοπλιστής Λυκιαρδόπουλος έφερε πολύ κόσμο στο νησί, η κυρία Ράλλη η γυναίκα του πρώην πρωθυπουργού Ράλλη. Τραγουδούσε η Μελίνα στη Μύκονο και γινόταν χαλασμός κυρίου. Ο Ντέμης Ρούσσος επίσης.  Βοήθησαν πολύ να διαδοθεί η φήμη του νησιού και ο Μίκης Θεοδωράκης και η Φαραντούρη και ο Ξαρχάκος που είχαν έρθει να τραγουδήσουν. Και η Σοφία Βέμπο, η Μαρία Κάλλας και η Ειρήνη Παππά ερχόταν πολύ συχνά στο νησί. Ήταν το κέντρο της αριστοκρατίας όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και ολόκληρου του κόσμου. Με τα χρόνια όμως, στη Μύκονο λόγω της ποσότητας των διάσημων επισκεπτών χάθηκε η ποιότητα» λέει ο κοσμοπολίτης επιχειρηματίας και μόδιστρος με μια αιχμή να αφήνεται και να φαίνεται πως τον πονά.  

Με τα λόγια του Γιάννη Γαλάτη εξετάζουμε την δεκαετία του '80, όπου το νησί όλο αρχίζει να μοιάζει με ένα απέραντο κέντρο διασκέδασης, μπουζούκια, κλαμπ, μεθύσια, υπερτιμολογήσεις σε ξαπλώστρες η μαξιλάρες στην αμμουδιά (!), άναρχη δόμηση και σπίτια να ξεπροβάλλουν σε παράλιες με ανόσιες πισίνες να κάνουν υπερχείλιση πάνω στο αιώνιο μπλε του Αιγαίου, ταβέρνες, ρεστοράν, σούσι μπαρς, sex shops, συναυλίες τάχα -εκεί που τραγουδούσε η Μελίνα, σπάραζε σαν αηδόνι η Καλλας, ή παρουσίαζε τις επικές  μουσικές του ο Θεοδωράκης- μπουζουκοβάρδων με το άνοιγμα σαμπάνιας να κοστίζει 25.000 ευρώ, κυρίες και κύριοι με τα θέλγητρα τους προς πώληση σε έναν αγχωμένο δογματισμό πραμάτειας, παπαράτσι παντού, μεγίστη σελέμπριτι το απόλυτο τίποτα της παγκόσμιας τηλεόρασης, Κιμ Καρντασιαν με επίτευγμα της τα μεγάλα οπίσθια της και απόβαση των επιχειρηματιών της νύχτας, με γνώμονα τον γρήγορο, χωρίς δισταγμό πλουτισμό. Οι πλούσιοι της γης που έφερναν πολύτιμο συνάλλαγμα στη χώρα, αποχαιρετούν. Ο μαζικός τουρισμός τη βγάζει με μπόμπα αλκοόλ και ένα πιτόγυρο στα δυο! Το νησί για τους οικονομικά ισχυρούς της γης υπάρχει για κυνήγι θησαυρού. Η γη στις δεκαετίες που ακολούθου κοστίζει υπέρογκα ποσά ανά τετραγωνικό! Μπετόν -λευκό ακόμα είναι αλήθεια- υπάρχει παντού! Ο βράχος της Μυκόνου μοιάζει να έχει αποκτήσει τεράστια μανητάρια, σαπροφυτικούς  μύκητες που ασελγούν από το χώμα της. Στη δεκαετία του 90 ο Τζορτζ Μπους ο μπαμπάς και ο Μπιλ Κλίντον πάνε και έρχονται εδώ. Εκτός από τους καρχαρίες του πλούτου πλάκωσαν και τα γεράκια! Οι μπίζνες συνεχίζουν να γίνονται εδώ, ενώ η ομορφιά, η γραφικότητα, η απλότητα, η αθωότητα άλλων εποχών έχουν γίνει ντεσιμπέλ για «φτιαγμένους» χορούς στην αμμουδιά, χωρίς μέτρο.

Η Γκρεις Κελι, η Καλλας, η Σοραγια, η Ριτα Χειγουρθ, η Μελίνα, η Τζακι Ο, η Λιζ Τειλορ, δεν υπάρχουν πια, παρά μόνο σαν αντίλαλος στα σοκάκια, χειμωνιάτικα βράδια που τα στοιχειά του Αιγαίου και οι άνεμοι του μιμούνται το γέλιο τους. Οι εμβληματικοί Έλληνες των 80's, 90's, '00's έφυγαν από δω. Η τελευταία σταρ Ρούλα Κορομηλά πούλησε το σπίτι της, του Κωστόπουλου του το πήρε η τράπεζα, ο Ασλάνης αδιαφόρησε οριστικά και με δική του πρωτοβουλία για κάθε τι αυτοχειρικά υλικό, κυρίως για ντουβάρια, ο Λάκης Γαβαλάς και τα θρυλικά του πάρτι στο Μυκονιάτικο παλάτι του, είναι πια το παρελθόν ενός ανθρώπου που χόρευε πολύ μάμπο! Και στο τέλος τι σου μένει, Μύκονος, αν κλείσουν τα στερεοφωνικά με τα απάνθρωπα ντεισμπέλ και μπορέσεις να ξεχωρίσεις το Αιγαίο απ τα μπετά κάθε βίλας εόπλουτου, πολιτικού, ανθρώπου της νύχτας, μαστροπού; Σου μένει, ίσως, η φράση του Ελύτη που τραγούδησε το μπλε σου:  Πρόσεχε να προφέρεις καθαρά τη λέξη θάλασσα, έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια, κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο θεός.». Σώπα, χειμωνιάζει.

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα