Όταν η ζωή σε κλέβει κάποια στιγμή ίσως πρέπει να την κλέψεις και εσύ... Vol.2 (το τέλος)

Ένας εργένης 35άρης, που γουστάρει τις γυναίκες... Άρα και τις αμαρτίες! Και τον Χανκ Μούντι. Αυτές είναι οι ιστορίες του...

Όταν η ζωή σε κλέβει κάποια στιγμή ίσως πρέπει να την κλέψεις και εσύ... Vol.2 (το τέλος)

Ένας εργένης 35άρης, που γουστάρει τις γυναίκες... Άρα και τις αμαρτίες! Και τον Χανκ Μούντι. Αυτές είναι οι ιστορίες του...

«Αν μου κάτσει αυτό το ραντεβού, μου αλλάζει τη ζωή. Αν όχι, πάσο και πάμε παρακάτω. Όχι ρε πούστη μου, τι παρακάτω; Αυτές τις αδερφές, το «δίδυμο μπελά», τον θέλω να κυλιέται στα σεντόνια μου»… Όταν σκέφτεσαι και κοιτάς τον καθρέφτη, μοιάζει πολύ σαν κάνεις διάλογο με τον εαυτό σου. Εκείνος είναι πάντα ο κακός –αυτός στον καθρέφτη- κι εσύ πάντα ο συνετός. Ο καλός. Δεν κάνουμε εναλλαγές ποτέ με αυτό, για να υπάρχει και μία σταθερά. Το ασανσέρ «έπιασε» lobby, η πόρτα άνοιξε, μια φευγαλέα ματιά στον «άλλον εαυτό» και ένα ξεφύσημα για να φύγει το άγχος από τα έγκατα του στομαχιού!

Το πλάνο είναι ένα: «Αυτοσχεδιάζουμε»!

Κάθομαι σε γωνιακό τραπέζι. Πρέπει να εξασφαλίσω τα νώτα μου, οπότε επιλέγω τους δύο τοίχους που ενώνονται. Σκύβω στο κινητό μου να τσεκάρω Facebook και Twitter. Όχι, δεν είμαι τόσο ποζεράς να κάνω check in. Καλά, η αλήθεια είναι πως θα έκανα, εάν δεν ήξερα πως μπορεί να πέσει στην αντίληψη του αφεντικού. Στο FB η χθεσινή τύπισσα μου έκανε friend request. Το προσπερνάω. Δεν είμαι για τέτοια τώρα.

«Καλησπέρα σας. Θελετε να παραγγείλετε ή περιμένετε παρέα;», ακούω μια γυναικεία φωνή. Σηκώνω το κεφάλι και μια χαμογελαστή κοκκινομάλλα, περίπου σαν εκείνη του Ρόμπινς στον «Τρυποκάρυδο» πρέπει να είναι, στέκεται από πάνω μου. Πηγαίνω πίσω αργά και με την ίδια ταχύτητα σηκώνω το κεφάλι μου για να τη βλέπω κατάματα. «Καλησπέρα σας. Και θα παραγγείλω και θα περιμένω παρέα», απαντάω με το κλασικό υφάκι σιγουριάς που δανείζομαι συχνά πυκνά από το αφεντικό. «Τέσσερα εσπρεσάκια, ένα χυμό πορτοκάλι και ένα μπουκάλι Beluga Gold». Πράσινα μάτια, κόκκινο μαλλιά, σπαστά που οι ώμοι μοιάζουν με κυματοθραύστες. Μαύρο υφασμάτινο παντελόνι, μαύρο μπλουζάκι κοντομάνικο. Απλή και τόσο γοητευτική. Τα δάχτυλά της είναι μακριά και τα νύχια της βαμμένα κατακόκκινα. «Θηλυκό», σκέφτομαι! Καθώς φεύγει παρατηρώ τον κώλο της. Είναι ψηλός, όχι τόσο στρογγυλός. Και το πιο σημαντικό. Τσεκάρω τα παπούτσια. Ευτυχώς φοράει flat. Γιατί εάν φορούσε τακούνια, θα είχαμε πρόβλημα. Ο κώλος στην πραγματικότητα θα ήταν πιο… χαμηλά.

«Ψιτ ξεκόλλα». Το είπα στον εαυτό μου με τόση ένταση, που παραλίγο να με ακούσει και η σερβιτόρα. «Λοιπόν… Συναινετικός. Να τις κάνω να αισθανθούν άνετα, να παίξω το παιχνίδι μου». Αισθάνομαι κάτι να κινείται. Είναι η πρώτη από τις δίδυμες. Τέλεια! Είναι η Κατερίνα, η πιο τσαχπίνα. Τζινάκι με 12ποντα, μαύρο τοπάκι και καφέ δερμάτινο τζάκετ. Χαλαρό ντύσιμο, όπως το ήθελα! Τα βλέμματα μας συναντιούνται, μου χαμογελά από μακριά. Το άρωμά της προηγείται. Βανίλια που με μεθάει.

«Είναι τρέλα το άρωμά σου», της λέω πριν σηκωθώ, την ακουμπήσω ελαφρά στον ώμο και της δίνω ένα πεταχτό φιλί. «Έλα, ακόμη δεν ήρθα», λέει με το ναζιάρικο «γούτσου-γούτσου» της γατούλας, που θα πρέπει να ανεχθώ για τις επόμενες ώρες. Πριν προλάβω να κάνω την επόμενη ερώτηση, η κοκκινομάλλα σερβιτόρα έχει φτάσει στο τραπέζι, Αυτή τη φορά είναι σοβαρή. Δεν μιλά, ούτε σερβίρει, απλά «παρκάρει» αυτά που της παρήγγειλα. «Beluga από τώρα; Είναι δυνατόν; Έχεις κάτι στο μυαλό σου;», ρωτά και πάλι σε… «γούτσου» τόνους.

«Πολλά έχω στο μυαλό μου και η αλήθεια είναι πως δεν θέλω να τα κρατήσω εκεί. Θέλω να τα μοιραστούμε», της λέω και αντιλαμβάνομαι πως η σερβιτόρα με κοιτά με την άκρη του ματιού της. «Εσύ θα ξεκινήσεις, όμως, με espresso». Η Κατερίνα χαμογελά, «πόσο κύριος!» μου λέει, για να σκοτεινιάσει παραπάνω το πρόσωπο της κοκκινομάλλας σερβιτόρας που φεύγει. Βγάζει το μπουφάν της και ξεπροβάλλει ένα περήφανο μπούστο.

-Ναι, ok. Καλά έκανες! Έτσι είναι καλύτερα… Μπορώ να κάθομαι και να κοιτάω. Να πιω το χυμό μου, το εσπρεσάκι μου, τις βότκες μου και απλά να σε απολαμβάνω.

-Είσαι χαζός! Πρώτα να τελειώνουμε με τη δουλειά. Μετά, βλέπουμε. Πες μου όμως…

-Δεν έχω να σου πω τίποτε. Δεν θα αρχίσουμε ακόμη. Όπως βλέπεις τα εσπρεσάκια είναι τρία.

-Ποιον περιμένουμε;

-Θα δεις…

Πίνω το χυμό μου γρήγορα, την ώρα που εκείνη προσθέτει μαύρη ζάχαρη στον καφέ της. Εκείνη τη στιγμή κάνει την εμφάνισή της και η δεύτερη αδερφή. Και για να επιβεβαιωθεί ο νόμος του Μέρφι, φορά ένα… ταγιέρ! Μαύρο! Α, λευκό πουκάμισο. Κάτι είναι κι αυτό. Ενώ βαδίζει με περισσή χάρη πάνω στις –επίσης-12ποντες γόβες, κοντοστέκεται. Πετάγομαι σβέλτα. «Κούκλα! Καλώς την», αναφωνώ και  την πιάνω από τον αγκώνα για να τη φέρω πιο κοντά μου. Φυσικά τη φιλάω. Ένα φιλί. Όχι δύο. Δεν είμαστε κουμπάρες.

«Νόμιζα πως θα είμαστε μόνοι», λέει με αυστηρό ύφος η Σοφία.

«Κι εγώ», ακούω να λέει η Κατερίνα, με τον «γούτσου» τόνο να είναι παρελθόν και να τον νοσταλγώ, είναι η αλήθεια. Βάζω το χέρι μου στην πλάτη της Σοφίας, χωρίς να ασκήσω δύναμη. Σαν να τη χαϊδεύω, πολύ ελαφρά. «Έλα, το εσπρεσάκι σου σε περιμένει. Να σου συστήσω την Κατερίνα. Έξυπνο θηλυκό, σαν κι εσένα. Και όχι καμιά γυναικούλα, κομπλεξική. Όπως δεν είσαι κι εσύ». Από μέσα μου με αποθεώνω όταν η μία χαμογελά στην άλλη και χωρίς να εκτυλιχθούν δράματα, τύπου οικογενειακές ιστορίες, κάθονται στο ίδιο τραπέζι. «Τι τεράστια μαγκιά», σκέφτομαι. Πώς θα μπορούσε μια από τις δύο ή και οι δύο να κάνει οτιδήποτε διαφορετικό και να φανεί τυπική γυναικούλα.

Όχι που είναι δίδυμες αδερφές, αλλά κι εκείνη με τη σειρά της βγάζει το αυστηρό σακάκι, για να αντιληφθώ πως το πολύ στενό  λευκό της πουκάμισο αναδεικνύει το θεσπέσιο μπούστο της. Αυτή είναι θέα, κύριοι. Δύο εξαιρετικά από κάθε άποψη ζευγάρια μαστών, στέκουν θαρραλέα απέναντί μου.

«Είσαι πιωμένος;», ρωτά απότομα η Σοφία. «Ναι, είναι», απαντά η Κατερίνα, για να σκάσω ένα χαμόγελο. «Και εάν είμαι, που είναι το πρόβλημα;», ρωτάω με όση σιγουριά μπορεί να διαθέτει κάποιος που ισορροπεί σε τεντωμένο σκοινί. «Δεν συνηθίζω να μιλάω για δουλειά με μεθυσμένους, εκεί είναι το πρόβλημα», απαντά με ύφος executive η Σοφία, για να ακολουθήσει μια γκριμάτσα ειρωνείας από την πλευρά της Κατερίνας.

«Να μιλήσουμε για δουλειά, όταν αφήσουμε πίσω μας κάποια χαζά προσωπικά. Κι επειδή μου είπατε η καθεμιά πως δεν θέλει να προχωρήσουμε το project επειδή είναι η ξαφνική σας κόντρα στη μέση, θα μιλήσω πρώτος». Ο Μεταξάς πρέπει να ήταν λιγότερο αποφασισμένος όταν είπε το «Όχι» στον Ιταλό πρέσβη. Τις κοιτάζω εναλλάξ στα μάτια και βγάζω ένα τσιγάρο. Με κοιτάνε χωρίς να μιλάνε, η Κατερίνα πίνει μια γουλιά espresso, ενώ η Σοφία δεν έχει άλλο ύφος πέρα από το αυστηρό της, που η αλήθεια είναι πως με φτιάχνει. Αυτή είναι που θα με παιδέψει, την άλλη την έχω.

«Είστε μικρές και έχετε καταφέρει να κάνετε πολύ σημαντικά πράγματα. Ο πατέρας σας είναι υπερήφανος, όσοι σας ξέρουν λένε πως δεν είστε οι κλασικές χαζοbimbo σαν άλλες συμμαθητρίες σας. Σας φέρνω ένα project τόσο δουλεμένο που πρέπει να μου πείτε απλά ένα «ναι» κι εσείς ξαφνικά τα ανατρέπετε όλα. Πώς θες να μιλήσουμε για δουλειές ρε Σοφία, όταν εσύ δείχνεις να μην είσαι επαγγελματίας; Κι εσύ ρε Κατερίνα… Είπες με τόσο ενθουσιασμό πως είναι τόσο καλό το project που θα το συζητήσεις με την αδερφή σου για να προχωρήσει. Τι μεσολάβησε;», ρωτάω και βλέπω πως και οι δύο πάνε να απαντήσουν αλλά δεν τις επιτρέπω, τώρα που τις σφυροκοπώ.

«Αντί λοιπόν να κάθεστε και να σπαταλάτε το χρόνο σας σε γελοίες χαζοκοντρίτσες της στιγμής, πάμε να κάνουμε κάτι που να αξίζει; Να γίνει talk of the town σε Κρήτη και Αθήνα;». Θεωρώ πως είμαι γαμάτος. Και οι δύο έχουν κατεβασμένο κεφάλι. Και πρώτη πετάγεται η τσαχπίνα, η Κατερίνα: «Απλά, δεν σε θεωρεί ικανό να το ολοκληρώσεις ρε μπούφε», μου λέει.

-Δεν είπα αυτό ακριβώς, Κατερίνα.

-Και τι είπες, Σοφία μου;

-Είπα πως πρέπει να τον δοκιμάσουμε σε κάτι πιο μικρό και μετά να κρίνουμε. Το μπάτζετ είναι αρκετά μεγάλο.

Ok, είναι η ώρα μου. Έχω περάσει ήδη στη βότκα.

-Κατερίνα μου, έχει δίκιο η Σοφία. Είναι λογικό να θέλει να με τσεκάρει. Είναι… συνετό! (Αισθάνομαι λόγιος!)

-Είδες Κατερίνα; Είδες που έχω δίκιο όταν λέω πως ενθουσιάζεσαι;

-Άσε μας ρε Σοφία.

Τα πνεύματα οξύνονται και ο κυανόκρανος πρέπει να επέμβει.

-Τη βότκα τη θέλετε με πορτοκάλι;

-Εγώ ναι.

-Κι εγώ.

Τις έχω! Και μπορώ να τις έχω και στο κρεβάτι μου. Η Κατερίνα γουστάρει φανερά και η άλλη το παίζει «δύσκολη» για να παίξει. Έχω κάνει την έρευνά μου, δεν είμαι χαζός. Η τσαχπίνα, είναι μόνη της. Έτσι γουστάρει. Έχει κάνει δύο τρία one night stands με κάτι μπαρμάνια. Ξέρω. Είναι ατίθαση. Την έχω ψυχολογήσει. Η άλλη, η Σοφία,  ήταν με ένα μπούλη. Βόρεια Προάστια, μπαμπάκας φραγκάτος, αλλά τόσο φλώρος που τον χώρισε το προηγούμενο καλοκαίρι, όταν και έμαθε πως πήγαινε σε κωλάδικα. Τόσο φλώρος. Γαμούσε μόνο με τα φράγκα του. Και είναι λογικό τώρα να ψάχνει κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο. Τις έχω ρε φίλε. Χαμογελάω.  Έχω δύο γκόμενες. Αδερφές. Βότκα Και δωμάτιο ξενοδοχείου. Και θα το εκμεταλλευτώ στο έπακρο.

Η σερβιτόρα φέρνει το χυμό πορτοκάλι σχεδόν χαμογελαστή. Και αυτήν την έχω. Μπορώ δηλαδή να την έχω. Σερβίρω στις δίδυμες. Ξαφνικά, νιώθω την ακαταμάχητη ανάγκη να πετάξω το σπίρτο… Είναι λάθος, αλλά θέλω. Είναι εκείνη η στιγμή που έχεις σκεφτεί ήδη τη μαλακία και την τιμωρία που θα επιφέρει, αλλά θέλεις να το κάνεις… Θα το κάνω!

-Στην υγειά μας. Και όχι καλές δουλειές. Αν είναι να κάτσει, θα κάτσει.

-Cheers.

-Στην υγειά μας.

«Ας πιούμε σε αυτά που μπορούμε να κάνουμε οι τρεις μας στο κρεβάτι μου επάνω». Το είπα! Η Σοφία ξεροκαταπίνει, η Κατερίνα χαζογελάει, αφού έχει πιεί ήδη. «Πραγματικά θέλω να συνεχίσουμε να πίνουμε επάνω», συνεχίζω.

«Θέλω να μου πεις εάν θεωρούν και οι συνάδελφοι σου ότι είσαι πολύ μαλάκας ή απλά ξιπασμένος. Έρχεσαι στο ραντεβού μας μεθυσμένος, έχοντας κανονίσει παράλληλα ραντεβού και με την αδελφή μου, όταν ξέρεις την κατάσταση μαζί μας λες πως αντί να πάρεις τη δουλειά, θες να μας πηδήξεις; Παιδί μου είσαι καθυστερημένος;», ολοκληρώνει η Σοφία και πίνει δύο γουλιές. Η Κατερίνα χαζογελάει, αλλά παραμένει αμίλητη.

«Μαλάκας, ξιπασμένος ή απλά ειλικρινής; Νόμιζα πως η ειλικρίνεια είναι μορφή συναισθηματικής ευφυΐας», απαντώ. Μία πομπώδης παπαριά μπορεί άνετα να σε βγάλει από μια δύσκολη θέση. Και πιάνει, πιστέψτε με. Το πρώτο βήμα είναι να τη βάλεις στη διαδικασία να απαντήσει, να το συζητήσει. Και εκείνη απάντησε…

-Μαλάκας, φίλε. Και ξιπασμένος. Γιατί δεν σου έδωσα το δικαίωμα ούτε εγώ, ούτε η αδερφή μου να σκεφτείς έτσι για εμάς.

-Συγνώμη που είμαι αρσενικός, συγνώμη που μου αρέσετε τρελά και οι δύο, συγνώμη που θέλω να ζήσω κάτι μοναδικό και εκτός ορίων μαζί σας, (Η βότκα πάντα υπήρξε άριστη μαζί μου σε κάτι τέτοιες σύνθετες καταστάσεις).

-Ρε είναι αρρωστημένο.

-Τίποτε δεν είναι αρρωστημένο, αν δεν σε αρρωσταίνει. Το δοκίμασες ποτέ και σε αρρώστησε; Πες μου! Επειδή υπάρχουν «μπούληδες» που φοβούνται να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό, κάτι πιο extreme, πρέπει να είναι αρρωστημένο. Πόσο οπισθοδρομική είσαι… (Σε ευχαριστώ βότκα μου)

-Δεν έχει να κάνει με αυτό.

-Με τι έχει να κάνει;

Η Κατερίνα απλά πίνει. Όσο επιχειρηματολογώ, χαμογελά. Όταν απαντά η αδερφή της, είναι σοβαρή. Είμαι σίγουρος πως έχει δει τις πρώτες σκηνές με τους τρεις μας να ερωτοτροπούμε στο κρεβάτι. Και η Σοφία, μπορεί να μην έχει δει αυτές τις σκηνές, αλλά είμαι σίγουρος πως της έχω φυτρώσει το σπόρο που ήθελα.

-Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ να το κάνω. Το θεωρώ ανήθικο.

-Οι άλλοι το θεωρούν ανήθικο και σου το έχουν πει. Θα σου πω, όμως, να το σκεφτείς και αλλιώς… Σκέψου πόσοι από αυτούς που το υποστηρίζουν, μπορεί να το έχουν κάνει. Να το έχουν γευτεί. Κι εσύ δεν θα το μάθεις ποτέ, επειδή απλά σου είπαν έτσι. Καν’το και μετά αποφάσισε. Αυτό λέω εγώ!

Φαίνεται πως κερδίζω. Και πρέπει να το κόψω άμεσα. Πριν σκεφτεί κάτι άλλο. Να το σταματήσω εδώ. «Λοιπόν, τέρμα η κουβέντα». Η Κατερίνα είναι σκυμμένη και στο άκουσμα της ατάκας μου, σηκώνει το κεφάλι. «Με συγχωρείτε, πάω στην τουαλέτα».

Σηκώνομαι πολύ cool, νικητής σε ένα ντέρμπι. Οι αδερφές πίνουν αμίλητες και στο βάθος βλέπω τη σερβιτόρα να κάθεται σε ένα σκαμπό και να παίζει με το κινητό της. Δεν με βλέπει και την πλησιάζω. «Μπορώ να έχω το κινητό σας, σας παρακαλώ πολύ;», της λέω με εκείνη τη στεντόρια φωνή της ξεχειλίζουσας αυτοπεποίθησης… Πριν μου απαντήσει, πριν κάνει οτιδήποτε, έχω γράψει το τηλέφωνό μου και έχω κάνει αναπάντητη.

-Χανκ, είναι το όνομά μου.

-Χάρηκα. Βιολέτα.

-Βιολέτα… Με πράσινα μάτια και κόκκινα μαλλιά;

-Ναι, γιατί; Πώς θα έπρεπε να με λένε;

-Απλά εντυπωσιάζομαι. Τελειώνω το meeting, σε λίγο και θα ήθελα να πιούμε ένα ποτό μαζί.

-Θα το ήθελα, αλλά λυπάμαι. Δουλεύω. Meeting έχετε με τις κυρίες;

-Ναι. Meeting. Που τελειώνει. Αφού δουλεύεις, ας είναι…

Φεύγω και νομίζω πως την έχω αφήσει σύξυλη. Λογικά, θα ήθελε κάτι παραπάνω. Να επιμείνω για να έχει μια δικαιολογία για τον εαυτό της. Αλλά, όχι. Πηγαίνω στην τουαλέτα. Πρέπει να ανασυνταχθώ. Βγαίνω και η Βιολέτα είναι στο σκαμπό, όπως ακριβώς την άφησα. Πηγαίνω πίσω της και σκύβω στο αυτί της. «Είσαι κούκλα. Ποιος θα μου το έλεγε πως θα γνώριζα εδώ, τέτοια εποχή ένα κορίτσι σαν κι εσένα»! Χαμογελά και κάτι πάει να πει, αλλά έχω γυρίσει την πλάτη και ήδη βαδίζω προς το τραπέζι μου.

-Πάμε πουθενά αλλού να συνεχίσουμε;

Η ατάκα της Κατερίνας είναι η επιβεβαίωση πως όλα έχουν πάει καλά. Αλλά όχι. Το πλάνο έχει αλλάξει. Δεν μασάω ούτε από την «επίθεση» φιλίας της Σοφίας.

-Να μας προτείνει ο Χανκ…. Που θέλεις να σε πάμε; Στο νησί μας είσαι!

-Πουθενά γοητευτικές μου κυρίες. Ας το αφήσουμε για αύριο. Είχα ένα κουραστικό ταξίδι και τώρα θέλω απλά να κοιμηθώ. Πρέπει να ξυπνήσω νωρίς αύριο και να προχωρήσω κάποιες δουλειές για το γραφείο. Είμαι επαγγελματίας Σοφία μου, άλλωστε.

-Δεν το αμφισβητώ, αλλά…

-Έλα, χαλαρά. Τώρα πλέον ξέρετε τι παίζει. Σας γουστάρω και έχω το θάρρος να σας το πω. Θα τα πούμε αύριο το μεσημέρι;

«Ναι, εννοείται». Η τσαχπίνα μίλησε επιτέλους! Και μάλλον η Σοφία είναι χαρούμενη που τα βρήκε ξανά μαζί της, γιατί δεν έχει και πολλές φίλες.

-Πάμε να συνεχίσουμε εμείς Κατερίνα;

-Ναι. Πάμε.

Τα κορίτσια σηκώνονται, τις φιλάω στο μάγουλο. «Συγνώμη αν σας σόκαρα, αύριο το μεσημέρι τα λέμε», επαναλαμβάνω. Η σερβιτόρα βλέπει τη σκηνή. Η Βιολέτα. Για δύο στιγμές μόνο και μετά επιστρέφει στο κινητό της. Κάθομαι και βάζω δύο δάχτυλα βότκα. Παίρνω το κινητό. Έχω το νούμερό της. Το αποθηκεύω. Της γράφω μήνυμα…

«Αυτή η δικαιολογία πως δουλεύεις… Πιάνει πάντα, ε;». Το στέλνω. Τη βλέπω απέναντι… Διαβάζει το μήνυμα και χωρίς να με κοιτά γράφει: «Όσο και η δική σου για τα επαγγελματικά ραντεβού». Χαμογελάω. Έξυπνο. Και ανταποκρίνεται. Και την έχω υποτιμήσει. Μια καλή ατάκα, μακριά είμαι…Όχι! Θα κάνω κάτι καλύτερο.

Παίρνω το μπουκάλι. Σηκώνομαι και προχωράω. Με κοιτάζει καθώς την πλησιάζω…

«Ξέρεις τι να κάνεις όταν τελειώσεις τη δουλειά,ε;», της λέω χωρίς καν, να περιμένω απάντηση.

Ανεβαίνω πάνω. Μου έχει στείλει μήνυμα. «Έτσι κάνεις με όλες;». Γυναικείο κλισέ.

«Όχι, έτσι κάνω για σένα. Έλα να πιούμε ένα ποτάκι και φεύγεις».

Για την επόμενη ώρα δεν μου ήρθε κανένα μήνυμα. Έκανα ένα ντους λίγο απογοητευμένος. Ήθελα να σκέφτομαι πως τα κατάφερα με τις δίδυμες. Τις είχα στο χέρι. Αλλά αυτή η κοκκινομάλλα μου είχε στοιχειώσει το μυαλό. Μέχρι που χτύπησε η πόρτα. Μέχρι που μπήκε… (τα υπόλοιπα εννοούνται)

…..

«Κορίτσια συγγνώμη, αλλά πρέπει να επιστρέψω Αθήνα. Προέκυψε ένα πολύ σημαντικό meeting. Θα τα πούμε επάνω. Σας γουστάρω!». Αυτό ήταν το μήνυμα που έστειλα. Θα τις έπαιζα μέχρι τέλους. Και δουλειά και σεξ.

Και παρεμπιπτόντως δεν απάντησα σε καμιά από τις 50 κλήσεις που είχα και τα 4 μηνύματα «Κρίμα».

Προτίμησα το κρεβάτι με τη Βιολέτα. 

Όταν η ζωή σε κλέβει κάποια στιγμή ίσως πρέπει να την κλέψεις και εσύ... Vol.1

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΟΥ.ΜΠΟΥ
Διάβασε ακόμα